Το μετρό ως βιοπολιτική συνθήκη και ο ρόλος της καθαριότητας στο αθηναϊκό παράδειγμα

από c/krümel

"Μερικοί άνθρωποι μπορούν ν’ αναμένουν το θάνατό τους με ηρεμία, άλλοι έχουν ένα ισχυρό διαρκή φόβο για το θάνατο, πράγμα για το οποίο τις περισσότερες φορές δε μιλάνε ή δεν καταφέρνουν να μιλήσουν Συνείδηση αυτού έχουν ίσως μόνο έχοντας φόβο για τις μύγες ή για ανοιχτές πλατείες" 1.
Elias Norbert

Η παρουσία και υπενθύμιση του θανάτου μέσα στην αστική καθημερινότητα ενισχύονται καθώς αυξάνονται τα στοιχεία εκείνα που φωτίζουν την εύθραυστη βιολογικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και τα εργαλεία που απαιτούνται για μία τέτοια ανάδειξη είναι πρωτίστως ψυχολογικά, εργαλεία που επενδύουν σε φόβο και τρόμο για το άγνωστο και το ανεξέλεγκτο. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που κάνει το Norbert Elias να τοποθετήσει πλάι στις μύγες με τις δυνάμει παθογόνες τους ιδιότητες τις ανοιχτές πλατείες; Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που συνοδεύει τόσο την παρουσία ενός ζωντανού οργανισμού σαν τη μύγα όσο και την άψυχη εκδήλωση μιας χωρικής μορφής σαν την πλατεία; Ο καθημερινός φόβος για το θάνατο, είτε αυτός ενεργοποιείται μπροστά στη θέα ενός επικίνδυνου μολυσματικού όντος είτε οργανώνεται μέσα στα χωρικά όρια μίας ‘μιασματικής’ επικράτειας δεν αφορά την ίδια τη νοσηρότητα αλλά τις πιθανότητες που έχει κανείς να νοσήσει. Ο φόβος για τη νόσο, που ενυπάρχει σαν ουσία των πραγμάτων που μας περιβάλλουν, θίγει λοιπόν, εξαρχής, την ακεραιότητα της ίδιας μας της ύπαρξης και μία τέτοια συνθήκη δεν μπορεί παρά να πλανιέται ως μία μόνιμη απειλή και ως οργανικό συστατικό της δημόσιας σφαίρας. Τούτη η απειλή προτού φθείρει την οργανική λειτουργία φροντίζει να απορυθμίσει την ομαλή κοινωνική αναπαραγωγή, εισάγοντας το φόβο στο ψαχνό των ανθρώπινων σχέσεων και διατυμπανίζοντας τον οργανωτικό ρόλο του θανάτου στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι σχέσεις αναπτύσσονται. Ο θάνατος οφείλει να παραμείνει εκτός αυτών των σχέσεων, μα μία τέτοια οφειλή γίνεται κεντρική στον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ζωή αγχοτικά διαμορφώνεται. Τα πρόσωπα που λαμβάνει τούτος ο φόβος, όσο και αν διαφέρουν από κοινωνία σε κοινωνία, θεμελιώνονται ουσιαστικά πάνω σε σχέσεις που αφορούν αφενός μία τάξη (τη ζωή) αφετέρου πιθανές παραβιάσεις της (νόσος, θάνατος). Η θανατηφόρα υλικότητα της νόσου σύντομα συμβολοποιείται και οργανώνει βάσει του ισχυρού συμβολικού της φορτίου τις επικείμενες επαφές με το ξένο. Ένα υλικό, λοιπόν, παράδειγμα σαν τη μύγα φαίνεται να φέρει τους ίδιους τρομακτικούς κινδύνους με ένα χωρικό παράδειγμα, που πρώτα απ’ όλα αυτό που φιλοξενεί είναι συμβολικές, δηλαδή, κοινωνικές σχέσεις. Με αυτή την έννοια, πλάι στις μύγες και την επικίνδυνη πιθανότητα βιολογικής επαφής αρχίζει να γίνεται κατανοητή μία σειρά άλλων κινδύνων που, υπερβαίνοντας τη βιολογική σφαίρα, κατευθύνονται στο βασίλειο των κοινωνικών επαφών. Ο φόβος της νόσου αναδύεται τόσο σε εκείνους τους τόπους που ο βιολογικός φακός εντοπίζει μολυσματικές εστίες όσο και στους άλλους τόπους που χαρακτηρίζονται από μία αύξουσα κοινωνική αναμόχλευση, εκεί που τα διαφορετικά σώματα και οι πολιτισμοί τους ανακατεύονται, όπως στις ανοιχτές πλατείες.

Ο Elias δείχνει, λοιπόν, να έχει συλλάβει το συμβολικό φορτίο που φέρει τούτη η κουλτούρα του θανάτου. Και τα δύο παραδείγματα που επιστράτευσε καταδεικνύουν ακριβώς το πώς η βιολογική και η κοινωνική (συμβολική) διάσταση συνεργάζονται για να ορίσουν την τάξη, την τάξη που απορυθμίζεται τόσο από τις μολυσματικές μύγες όσο και από τις επικίνδυνα ανοιχτές πλατείες. Η Σόντακ φωτίζοντας ακριβώς τη συμβολική ισχύ της νόσου, εξηγεί: «Πρώτα, τα αντικείμενα του βαθύτερου δέους (διαφθορά, σήψη, βεβήλωση, ανομία, αδυναμία) ταυτίζονται με τη νόσο. Η ίδια η νόσος γίνεται μια μεταφορά. Κατόπιν, υπό την ονομασία της νόσου (δηλαδή, με τη χρησιμοποίηση της νόσου ως μεταφοράς), αυτή η φρίκη επι-τίθεται σε άλλα πράγματα. Η νόσος παίρνει μορφή επιθέτου...Οι επιδημικές νόσοι υπήρξαν συνηθισμένο σύμβολο της κοινωνικής αταξίας» 2. Οι μεταφορικές χρήσεις της νόσου γεφυρώνουν εκ νέου τις φυσικές και τις κοινωνικές επαφές. Οι διαρκείς βιολογικές υπενθυμίσεις καθίστανται σταδιακά πρωτόκολλα χρήσης, συμβάσεις και αποκλεισμοί. Η ‘βιολογικότητα’ φέρει, δηλαδή, ένα ισχυρό κοινωνικό φορτίο. Και αυτό που καλείται να εξασφαλίσει την αρτιότητα των βιολογικοκοινωνικών συνδέσεων δεν είναι άλλο από την έννοια του καθαρού. Η βιολογική ζωή και η κοινωνική ζωή, δηλαδή, συναντιούνται σε έναν ορίζοντα καθαρ(ι)ότητας. Η καθαρ(ι)ότητα δε θα εγγυηθεί μονάχα την υγιή οργανική αναπαραγωγή, δε θα ενισχύσει μονάχα τη χημική άμυνα των κυττάρων, αλλά εξαρχής θα συμβολίσει τη διατήρηση μίας πρέπουσας κοινωνικής τάξης. Το καθαρό και άρα υγιές σώμα οφείλει να ανήκει σε μία ‘καθαρή’ και ‘υγιή’ κοινωνία και μία τέτοια σχέση δεν μπορεί παρά να φιλοξενείται σε έναν καθαρό χώρο. Από τις περιγραφές των πόλεων του 19ου αιώνα και τις ηθικές προεκτάσεις του υλικά καθαρού μέχρι τα ακάθαρτα ανθρώπινα σώματα που ‘καταδικάζουν’ το ίδιο το κοινωνικό σώμα σε θάνατο, από τα τελετουργικά καθαρότητας των μη δυτικών κοινωνιών και τη διατήρηση της δικής τους τάξης μέχρι την υγειονομική καραντίνα και το στρατόπεδο συγκέντρωσης, η καθαρ(ι)ότητα καλείται να οργανώσει τα σώματα, το χώρο και τα νοήματα. Καλείται, με λίγα λόγια, να αποκαταστήσει την τάξη. Και η μέριμνα για τη διάδοση τόσο της δημόσιας υγιεινής όσο και της υγείας δεν μπορεί παρά να διατυπώνει με βιοπολιτικούς όρους την εμπλοκή της καθαριότητας στη χωρική παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή. Γιατί το καθαρό και το υγιές που έχουν γίνει ηθικό και κοινωνικό χρέος, που κατάγονται από τη φυσική και βιολογική σφαίρα, αλλά κατοικούν συμβολικούς κόσμους, δεν μπορούν να διαδοθούν παρά μόνο μέσω μίας πολιτικής επιχείρησης που έχει ανάγκη τις εκτελεστικές αρχές για να επιτύχει.

Επομένως, το καθαρό και το υγιές που εντοπίζονται, καταρχάς, στα αυστηρά όρια της βιολογικής διάστασης της ζωής εισάγονται βίαια σε μία κοινωνική συνθήκη που τα χρειάζεται για να επιβάλλει τις δικές της αξιώσεις, αντλώντας την ισχύ της από τα σημεία μιας βιολογικής αντικειμενικότητας. Ο καθαρός, επομένως, χώρος, εκείνος που συμβολίζει το υγιές σώμα, οργανώνει πάνω στην αξία του τελευταίου τις δικές του ποιότητες. Τις συνθέτει σε ένα βασικό αίτημα να στεγάσει ένα ‘καθαρό’ κοινωνικό σώμα και τις απαραίτητες λειτουργίες του. Η βιοπολιτική διάσταση του καθαρού εκδηλώνεται καθώς η εξουσία απαιτεί πρέπουσες σχέσεις του υποκειμένου τόσο με το δικό του σώμα όσο και με τα υπόλοιπα. Το καθαρό ως τρόπος χρήσης του σώματος δεν μπορεί παρά να υποδεικνύει τρόπους χρήσης και κατοίκησης του ίδιου του χώρου. Γιατί το αίτημα για καθαριότητα είναι αίτημα για τάξη και γιατί η πρέπουσα χωρική τάξη θα φροντίσει, πρώτα απ’ όλα, να εξορίσει το ακάθαρτο σώμα και την ακάθαρτη δράση που δε συμμορφώνονται. Η βρετανίδα ανθρωπολόγος Mary Douglas επιστρατεύει την έννοια ύλη εκτός τόπου για να γνωριστεί με τον πλούσιο κόσμο του καθαρού και του βρόμικου: «Αν μπορέσουμε να αφαιρέσουμε την παθογένεια και την υγιεινή από την αντίληψή μας για τη βρομιά, μένουμε με τον παλιό ορισμό της βρομιάς ως ύλης εκτός τόπου. Αυτή είναι μια πολύ πλούσια σε ιδέες προσέγγιση. Υποδηλώνει δύο προϋποθέσεις: ένα σύνολο από τακτοποιημένες σχέσεις και μια παράβαση αυτής της τάξης. Η βρομιά επομένως δεν είναι ποτέ ένα μεμονωμένο, απομονωμένο συμβάν. Όπου υπάρχει βρομιά, υπάρχει σύστημα. Η βρομιά είναι το υποπροϊόν μιας συστηματικής τακτοποίησης και ταξινόμησης της ύλης, στο βαθμό που η τακτοποίηση συνεπάγεται την απόρριψη των ακατάλληλων στοιχείων. Αυτή η αντίληψη για τη βρομιά μας οδηγεί κατευθείαν στο πεδίο του συμβολισμού και προμηνύει τη διασύνδεση με άλλα πιο προφανή συμβολικά συστήματα καθαρότητας» 3. Επομένως, το ακάθαρτο και το νοσηρό δε φαίνεται να συναντιούνται μονάχα στη φυσική σφαίρα. Κάθε άλλο. Μοιάζουν, ασφυκτιώντας μέσα σ’ αυτήν, να οργανώνουν έναν ολόκληρο συμβολικό κόσμο και ως εκ τούτου και τις σχέσεις που αυτός φιλοξενεί. Το ακάθαρτο και το νοσηρό συνιστούν, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα έννοιες συμβολικές και ως τέτοιες οφείλουν να γίνουν κατανοητές. Το καθαρό και το βρόμικο (τόσο στη χωρική τους όσο και στη σωματική τους εκδοχή) από φυσικο-υλικοί προσδιορισμοί μετατρέπονται σε έννοιες σημαίνουσες, πράγμα που συνεπάγεται την καταστατική τους εμπλοκή στους μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Από ιδιότητες του βιολογικού τρόπου μετατρέπονται σε εργαλεία κοινωνικής ταξινόμησης. Και με αυτή την έννοια βιοπολιτικοποιούνται. Γιατί οι πιο μύχιες σχέσεις με το σώμα και το χώρο καθίστανται σταδιακά πολιτικά διαπραγματεύσιμες. Οφείλουν να ανακαλούν την τάξη στην οποία ανήκουν.

Πώς, λοιπόν, μία τέτοια τροπή αποτυπώνεται στο μετρό της Αθήνας; Πώς το αίτημα για καθαρ(ι)ότητα αφήνει αβίαστα το φυσικό βασίλειο και εκτείνεται στην καρδιά μιας συνθήκης εγκλεισμού; Ο χαρακτήρας της εν λόγω υποδομής οργανώθηκε ξεκάθαρα γύρω από τον εκτοπισμό μίας σειράς βιολογικών λειτουργιών. Ποιες είναι, όμως, αυτές οι λειτουργίες; Η απαγόρευση βρώσης και πόσης, ούρησης και αφόδευσης μέσα στην αυστηρή επικράτεια ενός οργανισμού μεταφοράς θίγει εκείνες τις δραστηριότητες που από τη φύση τους παράγουν απόβλητα. Επομένως, αποκλείονται ως ύλες εκτός τόπου, όπου τόπο στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστά μία δομή που εκθέτει με μανία την αχρονικότητά της, που τίποτα δεν τη φθείρει, δεν τη λερώνει, δεν τη γερνάει. Το μετρό εξαρχής αποτελεί βιοπολιτικό τόπο στο βαθμό που αναλαμβάνει να οργανώσει τη ζωτική και σχεδόν βιολογική για τον άνθρωπο ανάγκη για (μετα)κίνηση. Ήδη, λοιπόν, καθιστά μία τέτοια σωματική λειτουργία πολιτικά διαπραγματεύσιμη. Ήδη την αναδεικνύει σε εκείνο το στοιχείο που είναι σε θέση να ορίσει μία minimum συλλογική αστική ταυτότητα. Μία ταυτότητα που αρθρώνεται με όρους οργανικής κίνησης. Την εκθέτει στο φως κανονισμών, πρωτοκόλλων χρήσης και νόμων. Ο εκτοπισμός, όμως, των προαναφερόμενων βιολογικών λειτουργιών από τα πλάνα μίας τέτοιας υποδομής εκτείνει τη βιοπολιτική διάσταση του μετρό σε ακόμη πιο διαχειριστικά πεδία. Γιατί, μία ολόκληρη κοινωνική υποδομή οργανώνεται βάσει της αποκήρυξης μίας σειράς βιολογικών χαρακτηριστικών, τα οποία όσο και αν φαίνεται πως εξορίζονται, εμπλέκονται ουσιαστικά στο μηχανισμό αυτό μέσω της απουσίας τους. «Ό,τι σε αυτό αποκλείεται...» γράφει ο Agamben αναφερόμενος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης «...είναι, σύμφωνα με την ετυμολογική σημασία του όρου εξαίρεση, πιασμένο έξω, περιλαμβάνεται διά του ίδιου του αποκλεισμού του» 4.Τούτη η υπόγεια υποδομή οφείλει εξαρχής να κρατήσει τα βιολογικά αυτά χαρακτηριστικά μακριά, θεμελιώνοντας μία κοινωνική συνθήκη στην ισχύ μίας βιολογικής αδυνατότητας. Και ένας τέτοιος εκτοπισμός αυτό που καταδεικνύει είναι ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο η βιολογική διάσταση καθίσταται επίδικο αντικείμενο, αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης. Η καθαριότητα συνιστά το ρυθμιστή αυτού του εκτοπισμού, είναι αυτή που θα φωτίσει και θα εκθέσει το ακάθαρτο σώμα μέσα στον καθαρό χώρο, αφού πρώτα με τα νοητικά της εργαλεία έχει υλικά αποκλείσει τόσο τις κρίσιμες εκείνες βιολογικές δράσεις που εγκυμονούν ρυπαρότητα όσο και εκείνες τις κοινωνικές συμπεριφορές που εκτρέπουν τους κανονικούς ρυθμούς τούτου του υπο-κόσμου.

Το μετρό της Αθήνας ως χωρική συνθήκη διατυμπανίζει την εξουσία του καθαρού. Ανακαλεί την επιθυμία για τάξη. Και διαθέτει, ομολογουμένως, ισχυρά μέσα για να το πετύχει. Από τα αυστηρά επιλεγμένα στιλπνά υλικά μέχρι την ασταμάτητη επιχείρηση καθαρισμού τους, από τα σώματα ασφαλείας μέχρι τα κλειστά συστήματα παρακολούθησης, το μετρό αρθρώνει τη λειτουργία του με όρους τάξης, με όρους κοινωνικής ειρήνης και πειθαρχίας. Η επίκληση του τρομοκρατικού κινδύνου από τις οργανωτικές αρχές αυτού του αστικού οργανισμού παρέχει απλόχερα τα προσχήματα για τη θεμελίωση της λειτουργίας του πάνω στην κουλτούρα του φόβου. Ο θάνατος, άλλωστε, ανέκαθεν παραμονεύει και τούτη η υπόρρητη παρουσία οφείλει να σχεδιάσει τόσο τις πρέπουσες χωρικές μορφές όσο και τις δράσεις που αυτές θα επιτρέπουν. Η τρομοκρατική απειλή βουτάει, άλλωστε, στην καρδιά της βιοπολιτικής συνθήκης. Το μετρό, ως παγκόσμιο αστικό φαινόμενο, έχει κατά καιρούς επιλεγεί ως στόχος πολιτικών επιθέσεων που ουσιαστικά αποφασίζουν να χτυπήσουν το ίδιο το βιολογικό του περιεχόμενο, τη συσσώρευση, δηλαδή, της ζωής στα υπόγεια σπλάχνα του. Μία τέτοια επιλογή και μόνο είναι που φωτίζει το βιοπολιτικό πρόσωπο του μετρό και τούτο το πρόσωπο είναι που καλείται, αφού διασφαλιστεί, να οργανώσει και το αθηναϊκό παράδειγμα. Αφετηρία και κατάληξη αυτής της οργάνωσης είναι το αίτημα για καθαρ(ι)ότητα, για καθαρή χρήση, για καθαρές επι- και αποβιβάσεις, για καθαρά περάσματα. Γιατί το μετρό φιλοξενεί ακριβώς τη συνάντηση της πειθαρχίας με το βιοπολιτικό παράδειγμα, εκεί που η ανάγκη για έλεγχο των αυστηρών θέσεων των σωμάτων δίνει τη θέση της στην ανάγκη για έλεγχο των πληθυσμιακών ροών, των ροών που απαιτούν καθαρά περάσματα. Επομένως, οι μετακινήσεις του πλήθους είναι αυτές που οφείλουν να παραμείνουν καθαρές, είναι αυτές που καλούνται να αποτυπώσουν το αίτημα για τάξη. Γι’ αυτό και η παραμονή αποφεύγεται. Οι ταχείες διελεύσεις γίνονται χρέος του πλήθους, χρέος που εκπληρώνεται ως καθαρή κίνηση μέσα σε ένα διαρκώς καθαρό χώρο και που οργανώνεται ως φόβος για την παραμονή και την έκθεση στις μόνιμα επικίνδυνες υπόγειες συνθήκες. Η καθαριότητα βρίσκεται εκεί ως ουσία, ως ακούραστη υπενθύμιση πως όλα δουλεύουν ρολόι, πως όλα είναι σε τάξη. Η έννοια του μη τόπου του Marc Auge ακριβώς μία τέτοια χωρο-χρονική συνθήκη ανακαλεί. Αφορά χώρους με ταυτότητες χωρίς διάρκεια, μη ιστορικούς, μη συσχετιστικούς, όπου ο χρόνος δρα σε καθεστώς συνεχούς επιτάχυνσης 5. Αυτό που χαρακτηρίζει τους προσωρινούς χρήστες-κάτοικους του μη τόπου είναι η κοινή αίσθηση μοναξιάς, μία κοινωνική αδυνατότητα που περιγράφεται ίσως γλαφυρά μέσα από τη συνεχή συνειδητοποίηση της στυγνής και απειλούμενης γυμνής βιολογικότητάς τους σε ένα καθεστώς ζωικού φόβου.

Αυτό που ενώνει, λοιπόν, τους προσωρινούς συγκατοίκους ενός σταθμού επιβίβασης ή ενός συρμού είναι το γεγονός της ίδιας τους της βιολογικής ύπαρξης, η πραγματικότητα, δηλαδή, του να είναι βιολογικά άνθρωποι. Ο άνθρωπος ως βιολογική υπόσταση που εκπληρώνει ανάγκες κίνησης. Ο άνθρωπος, δηλαδή, ως βιολογικό περιεχόμενο απογυμνωμένος, όμως, όχι μόνο από τα κοινωνικά του χαρακτηριστικά αλλά και από μια σειρά, όπως είδαμε, βιολογικών λειτουργιών. Άρα ο άνθρωπος ως επιλεγμένο βιολογικό περιεχόμενο είναι αυτός που κατοικεί τη συνθήκη του μετρό. Που προβάλλει στη δημόσια του εμφάνιση τα ίχνη μίας άλλης επιλεγμένης κοινωνικής συμπεριφοράς, που υπακούει στους κανονισμούς και τα νομικά πλαίσια του μη τόπου που τον φιλοξενεί. Η καθαριότητα βρίσκεται πάλι εκεί για να διαγράψει τα σημάδια της χρήσης, τα σημεία εκείνα που απορυθμίζουν τη γεωμετρική και χωρική τάξη που οι μορφές και οι κανόνες συνδιαμορφώνουν. Ο καθαρός χώρος εκφράζει χώρους χωρίς δράσεις στο εσωτερικό τους, χώρους α-ιστορικούς, μη ανθρωπολογικούς. Ο χώρος που επίμονα προβάλλεται χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο δεν είναι παρά ο χώρος που οφείλει να αποκλείσει δράσεις που τόσο υλικά όσο και κοινωνικά θα ήταν σε θέση να το φθείρουν. Επομένως, ένας τέτοιος χώρος που αρνείται την κοινωνική του εμπλοκή συνιστά μία γυμνή μορφή, μία χωρική συνθήκη που ολοκληρωτικά ταυτίζεται με και ταυτοποιείται από τα αυστηρά χωρικά της και μόνο χαρακτηριστικά και τους κανόνες που εγγυώνται τη λειτουργική της ακεραιότητα. Ο χώρος, δηλαδή, ως επιλεγμένη ιδιωτική μορφή όπως ο άνθρωπος ως επιλεγμένο αλλά δημόσιο βιολογικό περιεχόμενο. Η καθαριότητα συντονίζει, λοιπόν, τόσο τη γυμνή έκθεση του χώρου (γυμνή από ιστορικά στίγματα χρήσης, γυμνή από κοινωνικές δράσεις) όσο και τη γυμνή έκθεση του προσωρινού του χρήστη (γυμνή από κοινωνικά χαρακτηριστικά και από φθοροποιές βιολογικές λειτουργίες). Το μετρό θα πρέπει να παραμείνει καθαρό και γι’ αυτό το νομικό πλαίσιο της λειτουργίας του οφείλει να αποκλείσει τις ‘παραβατικές’ συμπεριφορές. Καθαρός χώρος ίσον καθαρή μετακίνηση.

Μία τέτοια συνθήκη σε πολλά θυμίζει το καθεστώς του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ανακαλεί εκείνη τη χωρική συνθήκη που οργανώνει πολιτικά τον εγκλεισμό μίας βιολογικής(;) ιδιαιτερότητας. Η ιδιαιτερότητα αυτή στην περίπτωση του μετρό δεν εντοπίζεται μονάχα στην παρουσία της σωματικής-οργανικής κίνησης και στην κανονικοποίησή της αλλά στην παράλληλη απουσία ενός τμήματος βιολογικών αναγκών και στη συνεχή μέριμνα για τον οργανωμένο τους αποκλεισμό. Με μία έννοια η χωρο-χρονική συνθήκη του μετρό εγκλείει ένα βιολογικό αρνητικό, μία εξιδανικευμένη βιολογική μηχανή. Και με αυτή την έννοια συνιστά χώρο εξαίρεσης, ένα τμήμα (υπ)εδάφους που τίθεται εκτός της κανονικής τάξης, μία χωρο-δικαιική συνθήκη υπό την οποία νόμοι και κανόνες αναστέλλουν βιολογικά ‘δικαιώματα’ του ανθρώπου. Με λίγα λόγια, δηλαδή, χαρακτηριστικά του βιολογικού σώματος αποτελούν καθοριστικά πολιτικά κριτήρια στον τρόπο με τον οποίο μία τέτοια υποδομή θα οργανώσει τις λειτουργίες της. Αν στις μελέτες του Agamben για το στρατόπεδο συγκέντρωσης η κατάσταση εξαίρεσης σημαίνει αναστολή των πολιτικών δικαιωμάτων και αυτόματη ανάδειξη της βιολογικής διάστασης σε πολιτικό ρυθμιστή αυτής της συνθήκης εγκλεισμού, στην περίπτωση του αθηναϊκού μετρό η αντίστοιχη κατάσταση εξαίρεσης σηματοδοτεί αναστολή βιολογικών δικαιωμάτων και ανάδειξη αυτής της αναστολής σε πολιτικό ρυθμιστή της υπόγειας αυτής πραγματικότητας. Η ανεμπόδιστη διέλευση και η σιωπηλή παραμονή του χρήστη του μετρό οφείλουν μέσα από τα χαρακτηριστικά της ζωτικής και βιολογικής κίνησης-στάσης να πληρώσουν το βιολογικό χάσμα που προκύπτει από την προαναφερθείσα αναστολή. Μία πλήρωση που καλείται να θεμελιωθεί σε ένα καθεστώς συνεχούς αυτοκαταστολής. Είμαι άνθρωπος γιατί κινούμαι· για κανέναν άλλο βιολογικό ή κοινωνικο-πολιτικό λόγο. Η κίνηση οργανώνει τη λειτουργία του μετρό και η καπιταλιστική παραγωγή οργανώνει τούτη την κίνηση. Και η καθαριότητα θα ορίσει το ασφαλές καθεστώς αυτής της οργάνωσης. Γιατί πάνω απ’ όλα, το καθαρό μετρό είναι μηχανισμός πειθαρχίας, είναι φορέας εκπαίδευσης του αστικού τρόπου, τρόπος εν τέλει του να υπάρχεις, τρόπος του να ζεις...

  1. Elias Norbert, Για τη μοναξιά των θνησκόντων, μτφρ. Μηνάς Κοντός, περιοδικό Λεβιάθαν, Αθήνα, Χειμώνας 1991, σελ.26.
  2. Σόντακ Σούζαν, Η Νόσος ως Μεταφορά – Το AIDS και οι Μεταφορές του, μτφρ. Λυκιαρδόπουλος Γεράσιμος & Ροζάνης Στέφανος, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1993, σελ.64-65.
  3. Douglas Mary, Καθαρότητα και Κίνδυνος – Κοσμική Μίανση, στο συλλογικό τόμο Τα Όρια του Σώματος-Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δήμητρα, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, Κική Καψαμπέλη, Μαριάννα Κονδύλη, Θόδωρος Παρασκευόπουλος, Νήσος, Αθήνα, 2004, σελ.117.
  4. Agamben Giorgio, Homo Sacer – Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφρ. Τσιαμούρας Παναγιώτης, Scripta, Αθήνα, 2005, σελ.261.
  5. Auge Marc, Non-Places – introduction to an anthropology of supermodernity, Verso, London-New York, 1995, σελ.78

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη