001101 WORK 1101 CONSUME 001 COMMUNICATE 10110 DIE 100

ΑΠΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

από little john

πόλη είναι ο καθρέφτης των ανταγωνισµών µέσα της" - πράγµατι µια τέτοια θέση µπορεί να εξηγήσει τόσο τις λειτουργικές ή αναπτυξιακές διευθετήσεις από την µεριά του κεφαλαίου όσο και τις αντίστοιχες κοινωνικές συσσωµατώσεις και τις ενδογενείς τους αντιφάσεις σε επίπεδο υλικών συνθηκών και επιθυµιών. Τι εννοούµε; Εννοούµε πως η σύγχρονη βιοµηχανική πόλη καθώς και η εξέλιξή της µπορεί να διαβαστεί στον χάρτη σαν µια απεικόνιση της σχέσης κεφάλαιο-εργασία και κατ’ επέκταση ως αλλοτρίωση – καταναγκασµός αλλά και απελευθέρωση.

Οι πόλεις στον 20ου αιώνα παίρνουν την πιο «πραγµατική» τους µορφή – στο βαθµό που αντικατοπτρίζονται µε αρκετή σαφήνεια οι θέσεις και οι αντιθέσεις των κατοίκων τους και των λειτουργιών τους. Θα διακρίναµε κάποιες κατηγόριες που αναδείχτηκαν µε αρκετή ευκρίνεια τόσο σαν σχέσεις όσο και σαν δοµηµένος χώρος:

  • αστικό κέντρο – περιφέρεια,
  • παραγωγή – αναπαραγωγή,
  • κατοικία – εργασία – κατανάλωση,
  • φτωχοί – πλούσιοι,
  • ιθαγενείς – αλλοδαποί.

Θα εντοπίζαµε, επίσης, τρεις ιστορικές περιόδους όπου γίνονται ορατές οι σχετικές διαφοροποιήσεις εντός των παραπάνω κατηγοριών: Την φορντική-βιοµηχανική πόλη, την πόλη των υπηρεσιών και της κατανάλωσης και τέλος την ψηφιακή – εικονική πόλη. Αυτή η σειρά δείχνει κάπως την εξέλιξη των πόλεων χωρίς όµως το ένα παράδειγµα να υποκαθιστά το άλλο απαραίτητα.

Aπό την φορντική βιοµηχανική πόλη

Οι πρώτες βιοµηχανικές πόλεις έχουν σαφής κατηγοριοποιήσεις και σαφείς ενδείξεις στον χάρτη τους για το τι συµβαίνει από άποψη κοινωνικών και ταξικών συσχετισµών. Η απεικόνιση του θριάµβου της εκάστοτε εθνικής - αστικής τάξης διαφαίνεται µε εύγλωττο τρόπο, τόσο στην ταξική της συµβολική και υλική αναπαραγωγή στον χώρο της πόλης, όσο και στην ανάπτυξη του ανερχόµενου και συνεχώς µαζικοποιούµενου προλεταριάτου. Τα σχέδια των πόλεων αποτυπώνουν αυτόν τον συνδυασµό. Παραγκουπόλεις και εργατικές συνοικίες στα όρια της εξαθλίωσης από την µία, επαύλεις και λαµπερά εµπορικά κέντρα από την άλλη. Υποβαθµισµένοι χώροι εργασίας έναντι γκλάµουρ γραφείων και πολυτελών ξενοδοχείων. Όλα αυτά γίνονται διακριτά ήδη από τον 19ο αιώνα µέσω των µεγάλων αναπλάσεων των ευρωπαϊκών ιστορικών κέντρων. Την άναρχη δόµηση που είχε κληρονοµηθεί από τον µεσαίωνα υποκαθιστά µια από τα πάνω κοινωνική οργάνωση του χώρου. Οι ευρωπαϊκές πόλεις αρχίζουν να αναπνέουν τον αέρα της αστικής νίκης αλλά και την µυρωδιά του µπαρουτιού που καιροφυλακτεί µέσα στους αιώνας.

Τα µοντέλα ανάπτυξης, µε όλες τις συναφείς ιδεολογίες περί καθαρότητας και υγιεινής, θα αναγκαστούν να συµπεριλάβουν σταδιακά όλο και περισσότερα κοµµάτια της προλεταριακής µάζας στο σχεδιασµό τους. Η µέριµνα για τον κόσµο της εργασίας αναπτύσσεται όσο τα αφεντικά αντιλαµβάνονται την εντεινόµενη εξάρτησή τους από αυτόν. Ό,τι πιο πριν θεωρούνταν ανώφελο και περιττό, είτε άνθρωποι είτε αστικές περιοχές, θα επιδιωχθεί στο εξής να εισαχθεί σε µια κρατική µορφή κοινωνικού ελέγχου που να το µετατρέπει σε πιο παραγωγικό και κερδοφόρο. Οι πληθυσµοί της πόλης αρχίζουν σιγά σιγά να αναγνώσκονται όχι ως απλά συναθροίσµατα ατόµων αλλά ως φαινόµενα που µπορούν να ενταχθούν σε προβλέψεις και προγραµµατισµό.

Αυτή η επιλογή της αστικής διακυβέρνησης θα τυποποιηθεί και θα γενικευτεί τον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα µέσα από την γενική αποδοχή σε Ευρώπη, ΗΠΑ, ΕΣΣΔ και αλλού ενός µοντέλου γενικού ή µερικού κρατικού ελέγχου σε ζητήµατα διαχείρισης πληθυσµών (στέγαση, πρόνοια, εκπαίδευση, εργασία). Ο Β’ παγκόσµιος πόλεµος υπήρξε η απόδειξη του πόσο ισχυρά δεµένοι µε το έθνος-κράτος, είτε µε το σοσιαλιστικό-κράτος υπήρξαν πολλοί ευρωπαϊκοί λαοί. Περισσότεροι τελικά προτίµησαν να πάρουν το µέρος της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, για να υπάρξουν κυρίαρχοι, παρά το µέρος των προλεταριακών εξεγέρσεων που συντάραζαν την Ευρώπη για µια τριαντακονταετία.

....στη πόλη των υπηρεσιών και της κατανάλωσης

Μετά τον Β’ παγκόσµιο πόλεµο, η ταχεία οικονοµική ανάκαµψη της Ευρώπης και η εµφάνιση της µαζικής κατανάλωσης αλλά και η ανάπτυξη του τοµέα των υπηρεσιών έχεις ως επακόλουθο την ενσωµάτωση στις αστικές αναπαραγωγικές δοµές ενός µεγάλου κοµµατιού της κοινωνίας και δει του προλεταριοάτου. Νέες µορφές εµπορευµατοποιηµένης παραγωγής όπως η πολιτιστική βιοµηχανία και η τεχνογνωσία (που αντικατροπτίζεται τόσο στην οργάνωση των ροών γνώσεων και δεξιοτήτων όσο και στην τεχνολογία τους) υποκαθιστούν ένα εύρος παλιότερων οικονοµικών δραστηριοτήτων διεκδικώντας για τον εαυτό τους µια κεντρική θέση.

Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ τα στάδια του µετα-σχηµατισµού από την φορντική τυποποίηση στην µετα-φορντική κοινωνικότητα αποτυπώνονται και στα αστικά της κέντρα. Οι κατηγόριες που αναφέρθηκαν παραπάνω τείνουν να µετασχηµατίσουν µε βάση τις νέες οικονοµικές απαιτήσεις.

Κάπου εδώ εµφανίζονται στον χάρτη οι αποικισµένες από την νέα «µεσαία» τάξη περιοχές της πόλης. Όλες οι κρατικές πολιτικές έχουν σαν στόχο να κρατούν αυτή την αρκετά µεγάλη µερίδα της εργαζόµενης τάξης σε σχετικά υψηλά επίπεδα ζωής. Οι µαζικές εργατικές κατοικίες, η ανάπτυξη κοινωφελών υπηρεσιών, η βελτίωση και µαζικοποίηση των εκπαιδευτικών συστηµάτων από την µία επιβεβαιώνουν την νίκη των µερικών αγώνων του προλεταριάτου αλλά από την άλλη υποδεικνύουν µια σφοδρή ήττα.: την πρόσδεση ενός µεγάλου κοµµατιού της κοινωνίας στο κρατικό άρµα. Ακολούθως, η µη µεσαία τάξη θα υποστεί όλο και περισσότερο τον αποκλεισµό, την περιθωριοποίηση και την ανυπαρξία στους αστικούς σχεδιασµούς. Αν το πρότυπο του µικροαστού είναι αυτό του λευκού εργαζόµενου άντρα, ό,τι δεν εµπίπτει στην σηµειολογία και την σηµασία αυτού του προτύπου εξαλείφεται από τον αστικό-κοινωνικό χάρτη. Οι γυναίκες, οι νέοι, οι άνεργοι, οι µετανάστες αποτελούν εκείνα τα υποκείµενα που από το ’60 και µετα θα διεκδικήσουν σταδιακά την ορατότητά τους αλλά και πάλι θα επιβληθούν ορίζοντας ταυτόχρονα τον εαυτό τους στους αναπαραγωγικούς µηχανισµούς του κεφαλαίου. Μηχανισµοί που έχουν πλέον αλλάξει. Έχουν αλλάξει στο βαθµό που αυτό που προσφέρουν αφορά σχεδόν τους πάντες και είναι προσβάσηµο αρκεί τα υποκείµενα να θελήσουν πραγµατικά να το αποκτήσουν.

Η πόλη της παραγωγής-κατανάλωσης, σαν σηµασία ρέπει προς το δεύτερο. Οι πόλεις µοιάζουν να κατοικούνται από µηχανές κατανάλωσης, ενώ αυτό που παράγουν συνολικά είναι η πραγµατική υποτίµηση των παραγωγών σε υποπροϊόντα αυτή της συνθήκης. Τα απορρίµµατα της πόλης της διευρυµένης κατανάλωσης και των υπηρεσιών είναι η πραγµατικότητα η ίδια: Οι εκατοµµύρια εργάτες που τρέφουν τις ανεπτυγµένες πόλεις, οι γήινοι πόροι που εξαντλούνται, οι πόλεµοι που γίνονται σε κάποια γωνιά του πλανήτη, τα απόβλητα και τα απορρίµµατα του σύγχρονου πολιτισµού.

Η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και η σχετική αυτονοµία ή η πιθανή σύγκρουση τους µε την εµπορευµατοποιηµένη παραγωγή τείνει, µέσω του µοντέλου της διευρυµένης κατανάλωσης και της βιοµηχανίας των υπηρεσιών, να εξισωθεί µε την παραγωγή – την καθήλωση δηλαδή στην σχέση εξάρτησης από το κεφάλαιο και την µισθωτή εργασία. Πιο απλά ο καταναλωτής από ανάγκη (δηλ. αυτός που θέλει λεφτά να αγοράσει την τροφή του, ή τα υλικά για να την παρασκευάσει) µετατρέπεται σε καταναλωτή από «τεχνητή» ανάγκη ( δηλ. σε αυτόν που χρειάζεται λεφτά για να πληρώσει κάποιον να του φτιάξει το φαΐ του και να του το φέρει στο σπίτι του γιατί ο ίδιος βαριέται είτε να µαγειρέψει είτε να βγει έξω για να το αγοράσει µόνος του). Ο δεύτερος από ένα σηµείο και µετά παύει να εξαρτάται από την ικανότητά του τουλάχιστον να µαγειρεύει το φαΐ του και να το προµηθεύει µόνος στον εαυτό του και όλο και περισσότερο εξαρτάται από κάποιον άλλο ο οποίος αναγκαστικά θα βρεθεί να συντηρεί µια θέση εργασίας-υπηρεσίας που πέρα από κέρδη για το αφεντικό του αναπαράγει και µια σχέση αλλοτρίωσης σε µια απλή καθηµερινή ανάγκη που είναι αυτή του φαγητού.

Αντίστοιχα στην πόλη και στην οργάνωση των καθηµερινών σχέσεων τα νήµατα που συνδέουν το σπίτι µε την εργασία και τον «ελεύθερο χρόνο» γίνονται δυσδιάκριτα, αφού έχουν τυλίξει το σύνολο της καθηµερινότητας σε µια αυτοτροφοδοτούµενη υποταγή. Πιο απλά δεν µπορεί να αποµονωθεί η παραγωγή µέσα στο χώρο εργασίας όταν όλο το υπόλοιπο αυτού του χρόνου περιβάλλεται και εµπλέκεται από τα προϊόντα αυτής της παραγωγής. Τελικά όταν πια τίποτα δεν το νιώθεις δικό σου δεν έχεις παρά να υποκλιθείς µπροστά σε αυτόν τον τόσο ξένο κόσµο και να βουλιάξεις στην µιζέρια του κάνοντας την εκ νέου δικιά σου. Οι τεχνολογίες ροής εντολών, µε λαµπερά βρεσκοβουρτσισµένα δόντια, χαµογελούν µπροστά στο αναπόφευκτο. Ό,τι δεν µπορεί να συµπεριληφθεί σαν µορφή νοήµατος σε µια ανούσια παραγωγή θα µπορεί στο εξής να αγοραστεί σε µια πλούσια σε υποσχέσεις αναπαραγωγή. Ένα δυνατό, σφριγηλό, καθαρό και συνεχώς «νέο» µοντέλο ζωής θα ταυτιστεί µε τα αντίστοιχα δυνατά, σφριγηλά, καθαρά και φυσικά ολοκαίνουργια εµπορεύµατα. Η πόλη κατανάλωση-υπηρεσία, είναι η πόλη σύµβολο των «µεσάιων» στρωµάτων, το τέλος της κοινότητας και η πόλη των ατοµισµών. Το µόνο διακύβευµα παραµένει το ενδιαφέρον γύρω από τον εαυτό.

...στην ψηφιακή - εικονική πόλη

Με την βοήθεια της τεχνολογίας και ειδικά της ψηφιακής και τηλεπικοινωνιακής τεχνολογίας το κεφαλαίο αναδιοργανώνεται απαντώντας τόσο στις προλεταριακές και νεολαιίστικες εξεγέρσεις όσο και στις δικές του ανάγκες για ταχύτερη και αποδοτικότερη εξάπλωση. Η σηµασία του κέντρου µετασχηµατίζεται. Οι επιχειρήσεις απλώνουν τα πλοκάµια τους στην περιφέρεια µε τέτοιο αποσπασµατικό τρόπο που κάνουν δυσδιάκριτα τα όρια µεταξύ περιφερειών και κεντρικού ελέγχου. Οι χώροι παραγωγής µετακινούνται, αποµαζικοποιούνται, διορθώνονται µε οριζόντιους συσχετισµούς. Ο τοµέας των υπηρεσιών διευρύνεται και δικτυώνεται µε τέτοιο τρόπο που ανακτά ταχύτερα τα ασύνδετα εδάφη της καπιταλιστικής συσσώρευση. Οι εργαζόµενοι στα τηλεφωνικά κέντρα της Νέας Υόρκης µπορεί να βρίσκονται στην Ασία, ενώ οι πόροι της λεηλασίας να µεταποιούνται στην περιφέρεια πριν ταξιδέψουν σε ένα «ανεπτυγµένο» αστικό κέντρο µε την εκ αποστάσεως διεύθυνση των πολλαπλών σταδίων της παραγωγής.

Ο τριτογενής τοµέας όχι πια ως τοµέας παροχής εµπορευµάτων-αγαθών αλλά ως τοµέας παραγωγής σχέσεων εξάρτησης θα κάνει την εµφάνισή του στις πόλεις είτε µε τα σύµβολα της επίδρασής του, είτε µε την ευρεία χρήση των προϊόντων του. Σύµβολο αυτή της νέας πραγµατικότητας είναι ο τοµέας των τηλεπικοινωνιών. Οι τηλεπικοινωνίες, γενικά, άλλαξαν σηµαντικά τον τρόπο ανάπτυξης όχι µόνο της παραγωγής και της γραφειοκρατικής της οργάνωσής της αλλά τις ίδιες τις σχέσεις µεταξύ των ανθρώπων που σιγά σιγά άρχισαν να αποκτούν µαζική πρόσβαση στα εργαλεία τηλεπικοινωνίας.

Από τα ΜΜΕ µέχρι την χρήση µαζικών µέσω τηλεπικοινωνίας η αντίληψη για τον δηµόσιο αστικό χώρο θα µετασχηµατιστεί καθοριστικά. Εµφανιζόµενες σαν ανάγκη και έπειτα σαν παιχνίδι οι τεχνολογίες επικοινωνίας υποκατέστησαν µεγάλο µέρος των πρόσωπο µε πρόσωπο επαφών ανασυνθέτοντας ουσιαστικά τις ροές εντολών από το κράτος προς τους υπηκόους. Σήµερα, φτάσαµε στο σηµείο οι συλλογικές αναφορές σε δηµόσιους χώρους σαν σηµεία συνάντησης, κοινής ζωής και συλλογικής µνήµης να έχουν µειωθεί στο ελάχιστο (άρα και η κοινωνική τους χρησιµότητα). Έτσι η µεταφορά αυτών των δηµόσιων λειτουργιών σε ιδιωτικούς χώρους, που προσφέρουν περισσότερες εγγυήσεις στις επιθυµίες για ήρεµα απογεύµατα ή ξέφρενα βράδια, επικυρώνει το διαζύγιο του ελεύθερου αστικού χώρου από τις πολιτικές του προεκτάσεις.

Οι ζώνες παραγωγής, τα εργοτάξια και τα εργοστάσια, οι χώροι αναπαραγωγής, εκπαίδευσης, υγείας, οι δηµόσιοι χώροι και οι χώροι ψυχαγωγίας ενώ ακόµα παρουσιάζουν µε σχετική διακριτότητα στον χάρτη οι αντίστοιχες συλλογικές τους αναφορές έχουν χάσει την ιδιαίτερή τους σηµασία. Η κοινή ζωή που εγκατοικούσε και επικοινωνούνταν στο χώρο εργασίας, στην συνοικία, στο πάρκο, ή στα κρατικά ιδρύµατα έχει υποσκελιστεί από την εικόνα µιας κοινής ζωής ή οποία ενώ δεν εντοπίζεται κάπου συγκεκριµένα βρίσκεται παντού. Βρίσκεται µέσα σε κάθε σώµα µε την µορφή µιας στερηµένης ατοµικής επιθυµίας και της σχετικής φλυαρίας γύρω από την πιθανή της ικανοποίηση. Επιθυµίας που εξατοµικεύεται από την στιγµή που το υποκείµενο δεν αναγνωρίζει την συλλογική του κοινωνική – άρα και υποκειµενική- υπόσταση αλλά τείνει να ταυτιστεί µε πραγµατικά αντικείµενα τα οποία υποκειµενοποιούνται µέσω της υπαγωγής τους σε αυτόνοµα συστήµατα ροών ικανοποίησης επιθυµιών. Τα media ως µέσα µαζικής εισβολής στις διαδικασίας παραγωγής νοηµάτων, όπως διαµεσολαβούν τις «δηµόσιες» συζητήσεις µετατρέποντάς τες σε «ιδιωτικές» φλυαρίες, έτσι παρουσιάζουν και τις συλλογικές ανάγκες ως ατοµικές υποθέσεις. Σε αυτή την ισοπέδωση κάθε προηγούµενης κοινότητας οι οξυµένες από το µάρκετινγκ αισθήσεις θα κατευθυνθούν προς τα νέα κέντρα µαζικής εκτόνωσης και αλλοτριωµένων κοινοτήτων. Τα target group των διαφηµιστών θα συναντηθούνε το Σαββατοκύριακο σε κάποιο µεγα µάρκετ για να ατενίσουν µε ασφάλεια το ξεπούληµα της ζωής.

Κατ’ επέκταση οι τηλεπικοινωνίες καθήλωσαν τα άτοµα και την κινητικότητα τους - αφού δεν χρειάζεται να κουνηθείς ρούπι από εκεί που είσαι για να αποκτήσεις κάτι οι υπηρεσίες µπορούν να στο παρέχουν παντού µε ένα τηλεφώνηµα. Συνάµα τα ίδια τα τηλεπικοινωνιακά µέσα µαζικής ενηµέρωσης συγκροτούν την συλλογική συνείδηση για τον δηµόσιο ως ένα χώρο κατεξοχήν επικίνδυνο, γεµάτο τυχαία περιστατικά και ασύλληπτα ανιαρό. Το ιδεολόγηµα της ασφάλειας θα αποτυπώσει στον χάρτη τις επικίνδυνες εκείνες ζώνες όπου η δηµόσια συνθήκη υπάγεται αποκλειστικά στον αστυνοµικό έλεγχο. Τα εµπορικά κέντρα, τα θεµατικά πάρκα, τα moll, οι επιτηρούµενες πλατείες, είναι το αποτέλεσµα αυτής της εξέλιξης. Χώροι απόλυτα υπαγόµενοι τόσο στην εµπορευµατική σχέση όσο και στο κυρίαρχο βλέµµα. Καλοστηµένα σκηνικά σαν αυτά των πλατό όπου µέσα τους µπορεί κανείς να ξεχάσει, για λίγο και χωρίς πολλούς κινδύνους, την µίζερη καθηµερινότητα. Η εικονική-ψηφιακή πόλη είναι µια πόλη που συγκροτείται πρώτιστα στο συλλογικό φαντασιακό και κατ’ επέκταση στα δίκτυα επικοινωνίας των ατοµικοτήτων. Η εικονική-ψηφιακή πόλη όπου όλα δείχνουν ρόδινα, κρύβει µέσα της έναν ενδογενή φόβο, τον φόβο ό,τι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. {Αν και η βιοτεχνολογία…}

Σε αυτό το κανονικοποιηµένο µοντέλο αστικής αναπαραγωγής φυσικά και δεν χωράνε όλοι. Οι µετανάστες αλλά και πολλοί ιθαγενείς µαζικοί εργάτες, για µια ακόµη φορά αποτελούν τα «απορρίµµατα» του µεταφορντισµού και της τριτογενοποίησης της παραγωγής. Με το κλείσιµο πολλών ευρωπαϊκών εργοστασίων µαζικής παραγωγής το καθεστώς ηµι-νοµιµότητας και ηµι-προστασίας που τους παρείχαν τα κράτη και οι επιχειρήσεις, αναιρείται. Οι συνοικίες των µαζικών εργατών µετατρέπονται από υπνωτήρια σε αυτόνοµα αλλά αποκοµµένα κοινωνικά συστήµατα, µε τους δικούς τους όρους επιβίωσης και οικονοµίας. Τα γκέτο αποτελούν στο εξής ζώνες εξαίρεσης, ξένα εδάφη στον αστικό ιστό που τον πάνω λόγο επιθυµεί να έχει η αστυνοµία ως µηχανισµός καταστολής και ελέγχου. Η ιδεολογία της ασφάλειας θα κατηγοριοποιήσει του πληθυσµούς σε αυτούς που θεωρητικά έχουν πρόσβαση στις αναπαραγωγικές δοµές και σε αυτούς που δεν έχουν και το κράτος δεν επιθυµεί σε καµία περίπτωση να τους τις παρέχει όπως πρωτύτερα. Οι πόλεις θα αποκτήσουν ζώνες υψηλής ασφάλειας και ζώνες ειδικών νοµικών συνθηκών. Τέτοιων που να αναχαιτίζονται ανά πάσα στιγµή οι όποιες εκδηλώσεις ανυπακοής και εξέγερσης.

Οι εξουσίες εξόφθαλµα κυρίαρχες ή όχι, ανέκαθεν εντόπιζαν τους χώρους των υπαγοµένων σε αυτές υποκειµένων. Ο εγκλεισµός στο σπίτι των γυναικών στην αρχαιότητα ποσώς διαφέρει από τον εγκλεισµό των από-πολιτικοποιηµένων σωµάτων σε γκέτο, φυλακές, κάτεργα υποχρεωτικής εργασίας, ψυχιατρεία ή στρατόπεδα εξόντωσης. Η συνθήκη υποδούλωσης και ολοκληρωτικής κυριαρχίας κάποιων πληθυσµών είναι απαραίτητη αρχή για την διασφάλιση της οικονοµικής και πολιτικής ελευθερίας κάποιων άλλων. Η ίδια η χάρτα των δικαιωµάτων της γαλλικής επανάστασης ορίζει το ποιος ανήκει στην σφαίρα της πολιτείας και ποιος όχι. Ποιος εντάσσεται στη χρήσιµη και παραγωγική για την κυριαρχία ενότητα και ποιος όχι. Η γκετοποίηση ή η αποµόνωση πληθυσµών έχει µια διπλή σηµασία. Υφίσταται τόσο σαν δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου και καταστολής όσο και σαν επιβεβαίωση της ταξικής συνοχής της κυρίαρχης τάξης. Κυρίαρχη τάξη είναι τελικά αυτή που µπορεί να αποφασίζει για το ποιους θα συµπεριλαµβάνει και ποιους θα αποκλείει ανά πάσα στιγµή από τις πολιτικές τις θεσµίσεις. Το ιδεολόγηµα λοιπόν της ασφάλειας συγκροτεί την «µεσαία» κοινωνική συνοχή απέναντι σε ό,τι θεωρητικά ή πραγµατικά µπορεί να την απειλήσει.

Διαβάζοντας την πόλη ανάποδα

Παρόλα αυτά οι πόλεις δεν υπήρξαν πότε χώροι πλήρους υπαγωγής της ανθρώπινης επιθυµίας και δηµιουργικότητας και συνακόλουθα δεν µπόρεσαν να καταστρέψουν εύκολα τις αυτονοµηµένες από το κεφάλαιο ανθρώπινες σχέσεις και τους κοµµουνισµούς που ενίοτε αυτές ανέπτυσσαν. Αυτές οι αυτονοµίες και αυτοί οι κοµµουνισµοί ενίοτε οδήγησαν σε πλήρεις επανανοηµατοδοτήσεις του αστικού χώρου. Από τις προλεταριακές εξεγέρσεις του 19ου αιώνα µέχρι τα αυτόνοµα κινήµατα του 20ου πλήθος παραδειγµάτων φωτίζει την δύναµη των αντιστεκόµενων να κριτικάρουν επιτιθέµενοι συµβολικά τόσο στο περίβληµα όσο και στην ουσία του εµπορευµατοποιηµένου κόσµου. Το γκρέµισµα τον φυλακών, οι πυρπολήσεις των σπιτιών των πλουσίων, οι απαλλοτριώσεις και οι πυρπολήσεις των εκκλησιών ή άλλων κρατικών υπηρεσιών, το βγάλσιµο του πλακόστρωτου, το ύψωµα οδοφραγµάτων για την υπεράσπιση των απελευθερωµένων αστικών ζωνών, οι καταλήψεις-απαλλοτριώσεις χώρων για την ικανοποίηση των άµεσων αναγκών στέγασης, ψυχαγωγίας, µοιράσµατος της γνώσης και ανάπτυξης της έρευνας είναι σαφή παραδείγµατα για την αντίληψη της χρήσης του αστικού χώρου από τα πιο ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήµατα.

Δυστυχώς η εµπορευµατική σχέση δεν είναι µόνο συµβολική για να την σβήσουµε έτσι απλά από τον χάρτη ή για να θεωρήσουµε πως µέσα σε ένα εµπορευµατικό και εξουσιαστικό περιβάλλον µπορούµε να αναπτύξουµε νησίδες αυτονοµίας που να µένουν απρόσβλητες από την κυριαρχική και εµπορευµατική νοοτροπία. Όταν αυτή είναι παντού γύρω µας βρίσκεται αναγκαστικά και µέσα µας. Παρόλ’ αυτά η οικειοποίηση χώρων είτε αυτός είναι ένα εργοστάσιο είτε ένα άδειο κτίριο σε µια γειτονιά µε σκοπούς να καλύψει συλλογικές ανάγκες έχει µια ιδιαίτερη σηµασία. Από την µία το εργοστάσιο πιθανότατα σταµατάει την λειτουργία του, οι εργάτες µέσα σε αυτό αρχίζουν να συζητάνε και να συνειδητοποιούν ποια είναι πραγµατικά η δύναµή τους. Ουσιαστικά απαλλοτριώνουν τους εαυτούς τους µέσα από τις πιο ανθρώπινες σχέσεις, αυτές της φροντίδας, του κοινού αγώνα, της δύναµης να αποφασίζουν για τις ζωές τους – την ελευθερία. Αντίστοιχα, όταν ένας χώρος που προορίζονταν να στεγάσει ανθρώπους ή άλλες λειτουργίες έχει εγκαταλειφθεί ενώ άνθρωποι έχουν ανάγκη να πραγµατώσουν επιθυµίες που σχετίζονται µε την ύπαρξη µιας στέγης, και τεσσάρων τοίχων τι πιο φυσικό από να οικειοποιηθούν άµεσα αυτό που δείχνει «άχρηστο» αλλά είναι άχρηστο µόνο από την πλευρά την εµπορευµατικής εκµετάλλευσής του. Κατ’ επέκταση τι πιο δίκαιο και υλικά και συµβολικά σε έναν αγώνα από την υπεράσπιση ενός τέτοιου χώρου όταν οι δυνάµεις της οικονοµίας και της αξιοποίησης θα προσπαθούσαν να το ξανάαποσπάσουν από αυτούς που τον οικειοποιήθηκαν για να τον µετατρέψουν και πάλι σε εµπόρευµα.

Στην περίπτωση των εργατών, όταν µε την βία τα αφεντικά θα προσπαθήσουν όχι απλά να πάρουν το εργοστάσιο στα χέρια τους αλλά να το ξαναβάλουν σε κίνηση, αποκαλύπτεται και πάλι πως η κεντρική σύγκρουση είναι τελικά αυτή των πραγµατικών συλλογικών νοηµάτων και η υλική τους πραγµάτωση µε αυτή της καθυπόταξης τους στο σύστηµα της εκµετάλλευσης. Σε όλες τις περιπτώσεις οι στιγµές που η κριτική της πόλης µετατράπηκε σε κριτική του εµπορευµατικού πολιτισµού σαν σύνολο ήταν αυτές οι µοναδικές στιγµές όπου ο κόσµος συνειδητοποιούσε πως το πρόσκαιρα χτισµένο σαν συλλογική απελευθέρωση ήρθε αντιµέτωπο µε τις δυνάµεις καθυπόταξης της ζωής, και τότε οι εκρήξεις µπόρεσαν να πάρουν µια συνειδητή µορφή µε την έµπρακτη κριτική όχι µόνο στον δρόµο αλλά σε όλο το φάσµα της καθηµερινότητας και της ζωής των ανθρώπων.

Συνοψίζοντας. Η πόλη του 19ου αιώνα θα µπορούσε να απεικονιστεί σαν οµόκεντροι κύκλοι ή και ζώνες διαφορετικών χρήσεων, σε κάθετες και παράλληλες κατηγοριοποιήσεις, σε αναλογικές καµπύλες προόδου και ανάπτυξης. Η πόλη του 20ου θα συµπεριλάµβανε δείκτες ροών εισόδου και εξόδου, χρονικές αναπτύξεις, πίνακες ποσοστών, διευθύνσεις διανυσµάτων. Στο πέρασµα του αιώνα την σχετική ευταξία των προηγούµενων µοντέλων υποκαθιστά η χαώδης γραµµή, τα αόρατα ίχνη των ραδιοκυµάτων, τα ίχνη των ατοµικοτήτων στοιχειοθετηµένων σε target groups, οι νησίδες ανασφάλειας για τους ασφαλείς και οι νησίδες ασφάλειας για τους επισφαλείς, τα δίκτυα σαν γραµµές που ενώνουν πόλεις µεταξύ τους, τις πόλεις µε τις περιφέρειες και η εικονική πραγµατικότητα που βιώνεται σαν µετα-ζωή από τους θαυµαστές του κινηµατογράφου και της τηλεόρασης και θεµελιώνει στην σφαίρα της φαντασίας έναν ανύπαρκτο (άοσµο, άπιαστο µα και έγχρωµο) κόσµο, υπαρκτό όµως στις καθηµερινές συζητήσεις εκατοµµυρίων ανθρώπων. Την ψηφιακή-εικονική πόλη.

Αν η πόλη είναι η αποτύπωση των κοινωνικών σχέσεών και των ανταγωνισµών τους που εµπεριέχονται στο χώρο τότε το ξεδίπλωµα αυτού του γιγαντιαίου δικτύου ανθρώπινων, υλικών και άυλων ροών στις µέρες µας, υποδηλώνει µια αµφισηµία. Από την µία έναν ρεαλιστικά ανέφικτο στόχο, αυτόν της συνολικής ανατροπής του αστικού µοντέλου ζωής - ειδικά όταν η ίδια αυτή η µορφή τείνει να εξουδετερώνει κάθε προηγούµενη φυσική ή κοινωνική δοµή. Αλλά από την άλλη και µια δυνατότητα: ποτέ άλλοτε δεν βρέθηκαν τόσοι άνθρωποι, τόσες µηχανές, τόσες συναλλαγές και τόση ιστορία συσσωρευµένα σε αντικρουόµενες σχέσεις στον ίδιο χώρο.

Το τέρας µπορεί να σκοτωθεί µόνο από τα µέσα, από την ίδια την σχέση που το κρατάει σε συνοχή. Αχρηστεύοντας ένα ένα τα εσωτερικά του όργανα. Ρουφώντας το µεδούλι από το σκελετό που το διαπερνάει. Αχρηστεύοντας τα αισθητήρια όργανά του. Και λουφάροντας στις αρτηρίες του δηµιουργώντας εστίες συµπλοκών, οργανικές διαταραχές και µαζικές λιποταξίες. Είναι αποκλειστικά στο χέρι και στο µυαλό µας να αποδείξουµε τη µοναδική δύναµη που έχουµε να το συντρίψουµε.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη