Η παράξενη πολιτεία και οι καλικάντζαροι

ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι

από παραμυθάς Λιάκος

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πολιτεία παράξενη, καμωμένη πάνω σε ένα δέντρο. Στο ψηλότερο κλαδί δέσποζε φαντασμαγορικό το άντρο του άρχοντα και των επιτελών του, ενώ λίγο παρακάτω βρίσκονταν οι επαύλεις των σοφών πού ‘χαν μεγάλες μεταλλικές αντέννες στις οροφές του, οι οποίες όμως δύσκολα διακρίνονταν από τα χαμηλά κλαδιά. Σ’ όλα τα κατώτερα κλαδιά μέχρι και τη βάση του κορμού ζούσαν οι παράξενοι άνθρωποι, που άλλοι είχαν γεννηθεί σ’ αυτό το δέντρο, κι άλλοι σε παραδιπλανά. Οι τελευταίοι έμεναν συνήθως στη βάση του κορμού, ίσως για να μπορούν να μετακινούνται πιο έυκολα από δέντρο σε δέντρο.

Στα παλιά τα χρόνια, που οι άρχοντες της πόλης ήταν άρπαγες και αυταρχικοί, τα πράγματα ήταν ζόρικα για τους κατοίκους της παράξενης πολιτείας, οι πιο φτωχοί από τους οποίους αναγκάζονταν να αποδημήσουν σε άλλες πολιτείες, συχνά πέρα και από τη μεγάλη θάλασσα, και να δουλέψουν σκληρά για να μπορούν να ζήσουν. Ήταν όμως άνθρωποι τίμιοι, επίμονοι και δουλευταράδες, τόσο που κατάφεραν και τον κακό άρχοντα να διώξουν και την πολιτεία τους όμορφη και πλούσια να κάνουν. Αυτό δεν ήτανε καθόλου εύκολη δουλειά. Τους βοήθησαν όμως και άνθρωποι που ήρθαν από άλλες πολιτείες, οι οποίοι δούλεψαν κι αυτοί σκληρά υπό αντίξοες συνθήκες όπως ακριβώς είχε συμβεί και με τους κατοίκους της πολιτείας μας παλιότερα, που ακόμα έχουν να το λένε για το τι δουλειά είχανε ρήξει για να φτιάξουν πλούσιες εκείνες τις μακρινές πολιτείες.

Η παράξενη πολιτεία πήρε το όνομά της από το εξής παράδοξο φαινόμενο που χαρακτήριζε τους κατοίκους της. Η μεγάλη πλειοψηφία που ζούσε στα χαμηλά κλαδιά και τον κορμό, ένοιωθε άβολα και έκανε το παν για να μετακομίσει σε ψηλότερα κλαδιά. Φυσικά, εάν επιχειρούσαν να πάνε όλοι μαζί στο ψηλότερο κλαδί, τότε αυτό θα έγερνε και θα ’σπαζε. Ούτως η άλλως το ψηλότερο, όπως και όλα τα ενδιάμεσα κλαδιά δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τον κορμό. Κι όμως οι κάτοικοι προσπαθούσαν ο καθένας μόνος του να πατήσει το κλαδί του άλλου για να ανέβει ψηλότερα, αντί να προτιμήσουν να γλιτώσουν το βασανιστικό σκαρφάλωμα μετακομίζοντας όλοι μαζί γύρω από τη βάση του κορμού.

Ήταν πάντως χαρακτηριστικό των κατοίκων της παράξενης πολιτείας πως, αν και τελείως απομονωμένοι μεταξύ τους, αρέσκονταν στο να κάνουν πάντα ό,τι τους λένε οι άλλοι. Κυρίως όμως ακούγανε και πιστεύανε τους σοφούς της πολιτείας, οι οποίοι κάθε απόγεμα φανέρωναν τη σοφία τους, μέσα από ένα μαγικό φωτεινό κουτί, που κάθε νοικοκυριό είχε στη μέση του σαλονιού. Το κουτί αυτό ήταν πράγματι μαγικό. Μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να γελάσουν, να κλάψουν, να χαρούν ή να εξοργιστούν, και πάντα όλους μαζί, έτσι που κανένας να μην νοιώθει μοναξιά.

Όταν η πολιτεία έγινε ζηλευτή για τη λάμψη και το μεγαλείο της –οι παππούδες για χρόνια θα διηγούνται πόσα στάδια είχε αυτή η πανάξια πολιτεία–, οι σοφοί διαπίστωσαν πως οι άνθρωποι που ήρθαν από άλλες πολιτείες φέρουν μέσα τους τον μέγα δαίμονα Ξένο, οπότε πρέπει να φυλάγονται από αυτούς. Τι να κάνουν οι παράξενοι άνθρωποι, φοβήθηκαν πολύ. Ποιος θα τους προστατέψει από τον δαίμονα Ξένο; Τα καλύτερα παλικάρια της πολιτείας ήταν ήδη επιφορτισμένα με το κυνήγι του κακού δαίμονα που κρύβει μέσα της η ασπρόμαυρη σφαίρα, κι έτσι την κλωτσούσαν όλη την ώρα μπας και τον συντρίψουν. Κι ήταν τόσο αποτελεσματικά τα παλικάρια στο κυνήγι του ασπρόμαυρου δαίμονα, που οι υπόλοιπες πολιτείες θεώρησαν χρέος τους να ευχαριστήσουν την παράξενη πολιτεία, χαρίζοντάς της ένα μεγάλο ποτήρι φκιαγμένο από χρυσό. Ευτυχώς ο καλός άρχοντας είχε τη λύση. Έκανε πέρα τους εγωισμούς και τις έριδες του παρελθόντος, και για χάρη της κοινωνίας, ανέθεσε στα πρωτοπαλίκαρα του παλιού καταπιεστή άρχοντα, που και εκπαιδευμένοι ήταν και η καρδιά τους το ’λεγε, την εξαφάνιση του δαίμονα Ξένου.

Τότε οι σοφοί συνεδρίασαν, ανέτρεξαν στα σκονισμένα κιτάπια τους και απεφάνθησαν πως ο δαίμονας Ξένος δεν πρέπει να εξαφανιστεί. Η δαιμονική του ορμή είναι τόσο μεγάλη, που εάν χρησιμοποιηθεί σωστά και πειθαρχημένα μπορεί να αποβεί σωτήρια για τους πλέον κουρασμένους κατοίκους της παράξενης πολιτείας. Ο δαίμονας αυτός έχει βρώμικο αίμα οπότε και δεν θα ’χει κανένα πρόβλημα να κάνει τις πιο δύσκολες και επικίνδυνες δουλειές, απαλλάσσοντας τους πολίτες μας από αυτές. Θα πρέπει όμως να πάρει ένα γερό μαθηματάκι, ότι εδώ κάνουν κουμάντο οι καλοί, κι ότι αν βγάλει κιχ θα τον στείλουμε στα πευκάκια. Από τότε που τα πρώην πρωτοπαλίκαρα του παλιού καταπιεστή, που πλέον προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον καλό άρχοντα, έχουν αναλάβει να τρίζουν κάθε τόσο τα δόντια στον δαίμονα Ξένο (κι ενίοτε, με τις ευλογίες των σοφών, να του τα σπάνε), ο δαίμονας αυτός φοβάται τόσο, που με σκυφτό κεφάλι δουλεύει κάνοντας ακόμα πιο πλούσια την παράξενη πολιτεία.

Έτσι, η ζωή κυλάει γαλήνια, η πόλη ξυπνάει νωρίς κάθε πρωί, πάει στη δουλειά, τρώει, γελάει, κλαίει, χαίρεται και θυμώνει μπροστά στο μαγικό κουτί, και το βράδυ όμορφα και ήσυχα κοιμάται. Πριν κοιμηθεί όμως ρίχνει μια κλεφτή ματιά στα δροσερά κορίτσια που το φωτεινό κουμπί έχει γδύσει μ’ έναν μαγεμένα ερωτικό τρόπο (χι, χι, χι...). Κι αν πάλι τα ματάκια της καλής μας πολιτείας κουραστούν από τη λάμψη του μαγικού κουτιού, μπορούν να απολαύσουν τα δροσερά κορίτσια από κοντά –και όχι μόνο τα ματάκια, αλλά και τα χεράκια και άλλα... (χι, χι, χι...)– σε ειδικά διαμορφωμένα καταστήματα που ο καλός της άρχοντας φρόντισε να φτιάξει. Τα κορίτσια σ’ αυτά τα καταστήματα έχουν αποδημήσει από άλλες φτωχές πολιτείες, και η καλή μας παράξενη πολιτεία φρόντισε να μην τα αφήσει στο δρόμο, δίνοντάς τους μια δουλειά ως καλλιτέχνιδες, αλλά και το εξαίρετο δικαίωμα να έχουν άπειρους εραστές. Τα πρωτοπαλίκαρα φροντίζουν να κρατούν φοβισμένο (τρίζοντας και σπάζοντας δόντια) τον κακό δαίμονα που φέρουν μέσα τους τα δύσμοιρα κορίτσια, ώστε η ζωή να κυλάει γαλήνια και γι’ αυτά.

Μέσα λοιπόν σ’ αυτήν την μεγάλη και πλούσια παράξενη πολιτεία, μαζί με τους ανθρώπους ζούσαν κι οι καλικάντζαροι, χωρίς να έχουν και την αρμονικότερη σχέση, για να πούμε και την αλήθεια. Οι άνθρωποι φοβούνται και σιχαίνονται τους καλικάντζαρους γιατί αντί για πρόσωπο έχουν μαύρους μάλλινους σκούφους από τους οποίους εξέχουν μακριά βρώμικα μαλλιά, και το χειρότερο είναι ότι μπορούν να μεταμφιεστούν σε κανονικούς ανθρώπους με μια κίνηση, τραβώντας τον μάλλινο σκούφο. Αυτοί οι καλικάντζαροι είναι πλάσματα ύπουλα και υποχθόνια. Βασική τους ασχολία είναι να πριονίζουν το δέντρο πάνω στο οποίο είναι χτισμένο η πολιτεία και, πιστέψτε με, το κάνουν με πολύ μεράκι. Σκοπός τους, λένε, είναι να μην ζούνε οι κάτοικοι του δέντρου ο ένας πάνω ή κάτω από τον άλλο, αλλά ο ένας δίπλα στον άλλο. Οι κάτοικοι της παράξενης πολιτείας, αν και βρίσκουν αυτήν την ιδέα θεωρητικά ωραία (αν και πραχτικά αδύνατη), δεν μπορούν να καταλάβουν το μένος των καλικάτζαρων απέναντι στον καλό μας άρχοντα και τους σοφούς μας σοφούς.

Πάντως δεν σιχαίνονται όλοι οι άνθρωποι τους καλικάντζαρους, αν και όλοι τους φοβούνται, για διαφορετικούς, όπως λένε, λόγους ο καθένας. Οι καλικάντζαροι λένε μεταξύ τους γιατί δεν τους ακούει κανένας, πως οι άνθρωποι (τόσο αυτοί που τους σιχαίνονται όσο και οι άλλοι) τους φοβούνται γιατί κανείς δεν θέλει πραγματικά να κατέβει από το δέντρο. Ούτε καν αυτοί που λένε ότι πρέπει όλοι να μετακομίσουν στη βάση του δέντρου, υπονοώντας ότι το σχήμα πάνω-κάτω δεν πρέπει να χαθεί τελείως.

Σε κάθε περίπτωση αυτοί οι καλικάντζαροι είναι μεγάλος μπελάς. Χώνουν τη μύτη τους εκεί που δεν τους σπέρνουν και συν τοις άλλοις υπερασπίζονται αυτόν τον διάολο τον Ξένο. Λατρεύουν το ξωτικό Ελευθερία, ονομάζουν τον δαιμονικό τους εχθρό Ταξικό και πολύ τακτικά κάνουν τελετές που τις ονομάζουν Συνελεύσεις και επικαλούνται και κάποιο πνεύμα που το λεν Ομοφωνία ή κάτι τέτοιο. Σκέτοι αιρετικοί δηλαδή, για να μην πούμε και αναρχικοί και το χοντρύνουμε.

Πρόσφατα κιόλας, μετά από μία τέτοια τελετή-Συνέλευση, μαζευτήκανε καμιά 100σταριά απ’ αυτούς τους διαόλους, και μετά φωνών και χοροπηδητών να ’σου τους έξω από το άντρο των πρώην πρωτοπαλίκαρων του καταπιεστή άρχοντα και νυν πρωτοπαλίκαρων του καλού μας άρχοντα. Μάθανε οι καλικάντζαροι ότι στο συγκεκριμένο άντρο γίνανε τελετές εξορκισμού του κακού δαίμονα με αίμα κατοίκων της πολιτείας που δεν γεννήθηκαν σε αυτήν την πολιτεία αλλά παρόλα αυτά ζούνε (όσο τους το επιτρέπει η αγαθή νεράιδα Εκπυρσοκρότηση) και δουλεύουνε για την ευημερία της δικιάς μας και άρα και δικής τους παράξενης πολιτείας. Τα πρωτοπαλίκαρα του άρχοντα χρειαζόντουσαν αίμα για την τελετή, κάποιος τους είπε ότι οι μετανάστες έχουνε μπόλικο και τους περισσεύει, οπότε προσπάθησαν με σύγχρονα μέσα (κλομπ, ζώνες, αναμμένα τσιγάρα), να τους αποσπάσουν όσο μπορούσαν, δανεικό βρε αδερφέ. Βέβαια η διαδικασία απόσπασης είχε τελικά πολύ ενδιαφέρον και γούστο για τα πρωτοπαλίκαρα με τα μπλε, κι έτσι είπαν να το ξανακάνουν κάνα δυο φορές, πραγματοποιώντας ισάριθμες επισκέψεις στους τόπους διαμονής των μεταναστών (οι οποίοι παρεμπιπτόντως πρέπει να είναι επαύλεις, διότι μένουν πάνω από σαράντα άτομα εκεί), κρατώντας φυσικά και τα απαραίτητα αναμνηστικά με τη βοήθεια του μαγικού μαραφετιού που κανονικά είναι για να μιλάς αλλά πλέον μπορεί να αποτυπώνει και την καφρίλα, που ’ναι αμαρτία να πάει χαμένη.

Αυτά μάθανε οι καλικάντζαροι κι είπαν ότι το άντρο που συμβαίνουν τέτοια πράγματα πρέπει να έχει πιο μοντέρνα αισθητική, με λιγότερα τζάμια, χωρίς το κακόγουστο φυλάκιο, κάνα δυο κάρα ανάποδα κι ένα εκλεπτυσμένο φωτισμό από κοινούς πυρσούς του εμπορίου. Έχοντας μηδενική οικολογική συνείδηση γεμίσανε τον τόπο με χαρτάκια που γράφαν τους λόγους για τους οποίους επέλεξαν να ανακαινίσουν αυτό το άντρο. Μέσα στα παραπάνω, αυτοί οι άξεστοι οι καλικάντζαροι, τόλμησαν να αμφισβητήσουν όχι μόνο το γεγονός ότι όλα τα πρωτοπαλίκαρα του καλού μας άρχοντα έχουν το δικαίωμα να συνουσιάζονται με όποια κοπέλα θέλουν χωρίς την απαραίτητη συγκατάθεσή της, αλλά και την κρίση του αξιότιμου σοφού δικαστή, ο οποίος, με βάση το αξίωμα «όταν μια γυναίκα λέει όχι, εννοεί ναι», δικαίωσε το πρωτοπαλίκαρο που απλά έπραξε το καθήκον του βιασμού.

Η ανακαίνιση βέβαια του άντρου καθόλου δεν άρεσε στα πρωτοπαλίκαρα, που ούτως ή άλλως έχουν μια πολύ μπανάλ αισθητική. Σε αντίθεση με αρκετούς κατοίκους –κυρίως αρχιτέκτονες ή κινούμενους σε καλλιτεχνικούς χώρους– της παράξενης πολιτείας οι οποίοι βρήκαν την αισθητική παρέμβαση των καλικατζάρων καίρια και αναγκαία. Τα πρωτοπαλίκαρα του καλού μας άρχοντα θυμώσανε πολύ που οι καλικάντζαροι πήγαν ακάλεστοι στο άντρο των βασανιστών κι έτσι είπαν να τους εκδικηθούνε. Για τα πρωτοπαλίκαρα με τα μπλε οι καλικάντζαροι δεν είναι παρά ένα μάτσο μέθυσοι αλήτες που κάνουν πάρτυ και φασαρίες στις πορείες, έτσι ο καλύτερος τρόπος να τους εκδικηθείς είναι να τους στερήσεις έναν καλό δισκοθέτη. Παίρνουν το λοιπόν τους δρόμους σβάρνα, ψάχνουν, βρίσκουν και γραπώνουν έναν δικό τους δισκοθέτη, ήταν δεν ήταν στην ανακαίνιση. Αυτός θα πλήρωνε τη νύφη. Τελικά μια σπασμένη μύτη, ένας εξαρθρωμένος αστράγαλος και μια συλλογή από μώλωπες σε όλο του το σώμα –ελπίζουν οι καλικάντζαροι να του αφήσαν αλώβητα τα χέρια για να μπορεί να αλλάζει δισκάκια– δεν είναι και σπουδαίο τίμημα για τέτοια νύφη. Αφού δεν τον εκπυρσοκρότησαν τυχαία, κι ευχαριστώ να λέει το βρωμοκαλικαντζαράκι. Πάρε ένα δικαστηριάκι να ’χεις και τα λέμε. Οι κατηγορίες βασίζονται στο ότι αφού είναι καλικάντζαρος γνωστός και μάλιστα υδραυλικός στο επάγγελμα δεν μπορεί να μην ήταν στην ανακαίνιση. Βρέθηκε κι ένας γείτονας που μπροστά στο μαγικό κανονάκι που σου κλέβει την εικόνα και την ψυχή, δήλωσε: «Ήταν όλοι τους καλικάντζαροι κανονικοί. Με μάλλινο σκούφο αντί για πρόσωπο. Τους είδα. Δεν ήταν κανείς μεταμφιεσμένος σε άνθρωπο», ο οποίος αργότερα, στο μεγάλο άντρο δήλωσε με παρρησία: «Ναι, ναι. Ήταν αυτός που μου είπατε να πω ότι ήταν. Τον αναγνωρίζω».

Σας κούρασα παιδιά μου; Ε, από τότε η ζωή κυλάει και πάλι στους κανονικούς της ρυθμούς στην παράξενη δένδρινη πολιτεία. Τα πρωτοπαλίκαρα ασχολούνται επαγγελματικά με την ανάπτυξη εμπορικών δεσμών της πολιτείας με άλλες (εισαγωγές & διανομές μαγικής πρέζας και μαγικών κορμιών), και στον ελεύθερό τους χρόνο με ξυλοδαρμούς αλλοδαπών και στα ντέρτια τους καμιά δολοφονία. Οι σοφοί στις επαύλεις τους με τις μεγάλες μεταλλικές αντένες ρυθμίζουν την εικόνα και τον ήχο του μαγικού φωτεινού κουτιού. Οι καλικάντζαροι, δεν λεν να βάλουν μυαλό, και συνεχίζουν το χαβά τους, καταλήψεις αλληλεγγύης, πορείες, συγκεντρώσεις και κατεβατά που βρίζουν τον άρχοντά μας και τα πρωτοπαλίκαρά του, και άλλα κατεβατά που θέλουν να μας πείσουν πως ο δαίμονας Ξένος υπάρχει μόνο στο μυαλό μας και στο φως του μαγικού κουτιού που στέλνουν οι μεταλλικές αντένες των σοφών μας, και διάφορα άλλα τέτοια αιρετικά και άπιστα. Όσο για τους πολίτες της παράξενης πολιτείας... Ε, τι;

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη