Αλληλεγγύη σε κοινωνικούς αγώνες

από εκ τον έσω

Στις μέρες μας είναι γενικά επιβεβλημένη και ευρέως καθιερωμένη η συνθήκη ότι «πρέπει να δουλεύουμε για να ζούμε», ανεξάρτητα από τις όποιες κριτικές έχουν ασκηθεί στον συμβιβασμό αυτό και ξέχωρα από το πόσο ευχάριστη ή όχι μπορεί να είναι η πραγματικότητα αυτή για τον καθένα που την υπόκειται. Παράλληλα με την επιβολή της ως άνω συνθήκης προέκυψε και η λογική, όσο και ενστικτώδης, αντίληψη, ότι «αφού πρέπει να δουλεύω για να ζω, ας το κάνω με τους καλύτερους όρους που μπορώ να πετύχω».

Κι όμως οι πρώτοι μεγάλοι, δηλαδή συλλογικοί, διεκδικητικοί αγώνες στον εργασιακό τομέα δεν προέκυψαν από την λογική των καλύτερων όρων σαν πολυτέλεια, αλλά από την ανάγκη επιβεβαίωσης του αποτελέσματος της παραπάνω συνθήκης. Δηλαδή «αφού πρέπει να δουλεύω για να ζω, τουλάχιστον να ζω» μιας και από τα βάθη της ιστορίας μέχρι και τις μέρες μας υπήρξαν στιγμές που το πρώτο δεν συνεπαγόταν απαραίτητα και το δεύτερο. Έτσι αφού η ανάγκη για επιβίωση είναι μία καθολική ανάγκη, οι αγώνες που διεκδικούσαν τους όρους που θα την εξασφαλίζουν υπήρξαν συλλογικοί, δυναμικοί και αιματοβαμμένοι.

Απ’ την άλλη πάλι οι διεκδικήσεις που αφορούν καλύτερους όρους πέρα από τους όρους επιβίωσης, δεν φαίνονται να είναι τόσο μαζικοί. Ίσως γιατί το «καλύτερο» είναι κάτι πολύ σχετικό, ανάλογα με τις απαιτήσεις, τις επιδιώξεις αλλά και τη θέση του καθένα μέσα στην παραγωγική πυραμίδα –και όχι αλυσίδα. Ίσως γιατί ο λόγος των παραχωρήσεων ευνοικών όρων προς τη συνολική παραγωγή του εργασιακού δυναμικού είναι σταθερός έτσι που καλύτεροι όροι για κάποιους να συνεπάγονται φόρτο και πίεση για κάποιους άλλους. Ίσως γιατί στην εν γένει αβεβαιότητα που έχουν όλα τα δυναμικά συστήματα (ο καπιταλισμός-νάτος κι αυτός- είναι ένα τέτοιο), το ρητό «όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα» να είναι η κυρίαρχη σκέψη. Ίσως γιατί η εξατομίκευση και η ιδιότευση να μην είναι απλά φιλολογικές έννοιες που συμπληρώνουν τα λεξικά, αλλά παγιομένες πραγματικότητες που ορίζουν τη σύγχρονη συμπεριφορά του ατόμου απέναντι στο σύνολο (στα νέα ελληνικά αναφέρεται και ως: «για την πάρτυ μου»). Ίσως τέλος όλοι εργαζόμενοι να έχουν υιοθετήσει την αναρχική θεώρηση ενάντια σε κάθε είδους μισθωτή σκλαβιά οπότε και δεν συμμετέχουν σε συντεχνιακές κινητοποιήσεις (των άλλων εργαζομένων!), αλλά μάλλον δεν ισχύει αυτό.

Ζούμε στην εποχή που το «ένας για όλους και όλοι για έναν» είναι ξεφτυσμένο παραμύθι, αφού το μοντέρνο ιλλουστρασιόν παραμύθι λέει «ο καθένας για τον εαυτό του». Στην εποχή που επαναστάσεις κάνουν μόνο οι εταιρίες κινητών με τα νέα τους μοντέλα. Στην εποχή που δεν υπάρχουν ευδιάκριτα διαχωρισμένες τάξεις (κι εγώ μπερδεύω καμιά φορά τον μετανάστη που δουλεύει στο πιεστήριο του τυπογραφείου με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης) ή που σε κάθε περίπτωση εκτός από τους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους υπάρχουν και οι εκμεταλλευόμενοι εκμεταλλευτές. Στην εποχή που οι μαθητές είναι σύμμαχοι με τους μαθητές, οι δάσκαλοι με τους δασκάλους, οι ταξιτζήδες με τους ταξιτζήδες, οι εργάτες του εργοστασίου ‘Α’ με τους εργάτες του εργοστασίου ‘Α’, οι εργάτες του εργοστασίου ‘Β’ με τους εργάτες του εργοστασίου ‘Β’, κ.ό.κ. Πρόκειται για την εποχή που κοινωνική ευημερία θα πει υψηλοί δείκτες στο χρηματιστήριο, ελευθερία θα πει να μπορώ να βλέπω όποια κανάλι μου γουστάρει, εργατικοί αγώνες είναι αυτοί που κάνουν οι φουκαράδες που χάσαν τη δουλειά τους αλλά εγώ, δόξα τω θεώ, έχω τη δικιά μου, κι αλληλεγγύη θα πει...;

Η αλληλεγγύη είναι μία κοινωνική αξία κι έχει τις ρίζες της στον καιρό ακόμα που οι ανθρώπινες κοινότητες ήταν κοινωνικοκεντρικές και όχι ατομικοκεντρικές (οι όροι δικοί μας) όπως είναι σήμερα. Τότε δηλαδή που η αλληλεγγύη μεταξύ των ατόμων της κοινότητας ήταν ανάγκη για την επιβίωση και όχι αξία. Όσο οι κοινωνίες εξατομικέυονται και οι κοινωνικοί δεσμοί καταλύονται ως τέτοιοι και παίρνουν τη μορφή ανταλλακτικών σχέσεων, τόσο η έννοια της αλληλεγγύης αποκτά και μία επαναστατική χροιά αφού τείνει να ανατρέψει την κυρίαρχη δοξασία της ιδιότευσης. Όταν η αλληλεγγύη καταφέρνει να ξεπερνάει τα συντεχνιακά ή ομοϊδεατικά της στεγανά τότε αρχίζει να αναδεικνύει τη δύναμη του συλλογικού (και όχι της μάζας), και για να επιστρέψουμε και στο θέμα μας, να αξιώνει με θέρμη τις αγωνιστικές διεκδικήσεις. Όσο δηλαδή κάθε κλάδος εργαζομένων διεκδικεί για τον εαυτό του και αδιαφορεί για τις διεκδικήσεις των άλλων κλάδων, τόσο πιο αδύναμα θα στέκει απέναντι στις αξιώσεις του και τόσο πιο εφήμερα θά ‘ναι τα όποια προνόμια που θα του παραχωρηθούν. Και το ζήτημα δεν έιναι η παραχώρηση αλλά η κατάκτηση.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη