Να δρομολογήσουμε διαδικασίες αγώνα

από το Β στο Α

από Little John

Ρωτάνε συνήθως άνθρωποι που έρχονται σε επαφή με κάποιες από τις δομές μας: Τι είναι αυτό που προσπαθούμε να πετύχουμε π.χ. με την κατάληψη ενός κτιρίου και αυτά που κάνουμε μέσα ή με την διάδοση κάποιων εντύπων ή με τις πορείες μας; Οι απαντήσεις μπορεί να ποικίλουν, αναλόγως με το ποιος ρωτάει. Αλλιώς θα μιλήσουμε με κάποιον που εμπλέκεται ήδη στα πράγματα του χώρου αλλιώς σε κάποιον που πρώτη φορά έρχεται σε επαφή μαζί μας. Αυτοοργανώνουμε τις ανάγκες μας; Δημιουργούμε μια καθημερινότητα που εμπεριέχει ρήξεις; Προσπαθούμε να διαδώσουμε τις απόψεις μας με συλλογικό τρόπο; Προσπαθούμε να εκφράσουμε ανατρεπτικές απόψεις σε ένα εχθρικό περιβάλλον; Υπερασπιζόμαστε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Συνοπτικά θα απαντούσε κανείς ότι αντιστεκόμαστε στην βαρβαρότητα του συστήματος αλλά και στην κοινωνική μιζέρια. Στην ερώτηση πώς κανείς μπορεί να εμπλακεί σε αυτά που κάνουμε, τα πράγματα κατά τη γνώμη μου κάπως δυσκολεύουν. Η απάντηση συνήθως πέρνα από την τάδε ή την δείνα συνέλευση κάποιου στεκιού ή κάποιας πολιτικής ομάδας. Οπότε και κάποιος θα πρέπει να παρακολουθήσει και να αποδεχτεί μια ήδη διαμορφωμένη κατάσταση τόσο σε επίπεδο πολιτικής συγκρότησης όσο και κοινωνικών σχέσεων – κυρίως προσωπικών. Και εκεί αν είναι αρκετά υπομονετικός και σίγουρος για τις επιλογές του θα μπορέσει πιθανότατα να αφομοιωθεί από την διαδικασία και να γίνει κομμάτι της.

Το πρόβλημα τώρα θα τεθεί πιο συνολικά. Το ζήτημα της κινηματικής δράσης βάζει μια παράμετρο που σίγουρα δεν μπορεί να κινείται γύρω από την αισχρά μειοψηφική μας κοινωνική παρουσία. Πως άνθρωποι από διαφορετικές φάσεις και καταστάσεις θα βλέπανε τον εαυτό τους στα πλαίσια μια κίνησης που αποδομεί τον καπιταλισμό και τις μοριοποιημένες εξουσίες στην καθημερινή ζωή και χρίζει τον εαυτό της σαν εν δυνάμει ανατρεπτική δύναμη; Πως ευρύτερα κομμάτια της κοινωνίας θα μπορούσαν να νιώσουν πως μπορούν να πάρουν την ζωή τους στα χέρια τους και να αντισταθούν; Πως θα μπορούσαν να αποτελέσουν κομμάτι μιας κίνησης που θέλει να αποτελεί την οργανωμένη ριζοσπαστική απάντηση στο υπάρχον;

Τα κόμματα εδώ και χρόνια έχουν δώσει μια εύκολη λύση. Το ζήτημα της οργάνωσης για αυτά είναι απλό. Για να νιώθεις ότι συμμετέχεις αρκεί να είσαι μέλος ή και να ψηφίζεις ένα κόμμα. Μια ηγεσία αποφασίζει το πολιτικό περιεχόμενο και τις πιθανές κινήσεις. Το ίδιο ισχύει και με τα συνδικάτα. Τα «ριζοσπαστικά» κόμματα επίσης λειτουργούσαν με αυτόν τον τρόπο. Το ζήτημα της οργάνωσης και της συμμετοχής ήταν η απλή στράτευση σε οδηγίες και αρχές που τίθονταν από μια μειοψηφία. Αυτό είχε την δύναμη κάποτε να κινητοποιεί πλήθος κόσμου αλλά αντίστοιχα να τον αδρανοποιεί με την ίδια ευκολία. Ακόμα και στην περίπτωση που ζητήματα ή αιτήματα τίθονταν από την βάση και πάλι οι «ειδικοί» θα αναλάμβαναν να μεσολαβήσουν και τελικά να τιθασεύσουν μια πιθανή αντιπαράθεση. Οι άνθρωποι ένιωθαν εξαρτημένοι από αυτή την σχέση γιατί δεν γνώριζαν και δεν έμπαιναν στην διαδικασία να ανακαλύψουν οριζόντιες δομές. Δομές δηλαδή που ο καθένας και η καθεμιά θα είχαν την ίδια δύναμη να αποφασίζουν το μέλλον τους συνθέτοντας τελικά κινήσεις που όλοι θα ένιωθαν πως τους εκφράζουν συνολικά και θα είχαν το αίσθημα της ευθύνης απέναντι τους.

Μόνο στην Ισπανία του ’36 έχουμε ένα ευρύ κοινωνικό παράδειγμα όπου οι αναρχικές δομές έτειναν να κυριαρχήσουν στον πληθυσμό σαν πρόταση αυτό-οργάνωσης απέναντι στον καπιταλισμό αλλά και στον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό. Παράδειγμα που δεν είχε την ευκαιρία να δοκιμαστεί μέσα στον χρόνο γιατί πατάχτηκε ολοκληρωτικά τόσο από τους φασίστες υπερασπιστές της αστικής τάξης όσο και από την σταλινική αριστερά. Η Ισπανία του ’36 ιστορικά άφησε ένα παράδειγμα που πλήθος αναρχικών έπειτα θα χρησιμοποιήσει για να περιγράψει την αντιπρόταση του στο ζήτημα της κοινωνικής οργάνωσης από ελευθεριακή σκοπιά. Κολεκτίβες στην αγροτική παραγωγή, αναρχοσυδικαλισμός και αυτοδιαχείρηση των εργοστασίων, ελευθεριακά σχολεία και ελευθεριακά αθήναια, διάδοση μιας ελευθεριακής κουλτούρας και ριζοσπαστικών ιδεών με οργανωμένο τρόπο, δομές αντίστασης στην αντίδραση που ξεκινάνε από τις μαζικές απεργίες και την οικειοποίηση των μέσων παραγωγής μέχρι τα ένοπλα αποκεντρωμένα αντάρτικα.

Σήμερα, πολλά χρόνια μετά το ’36, έχουν μεσολαβήσει ανά τον κόσμο πολλές εκρήξεις που συνοδεύτηκαν από ευρύτερες αρνήσεις των ιεραρχικών δομών και την αντίστοιχη δημιουργία δομών αντιεξουσίας που αφορούσαν ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια. Τα εργατικά συμβούλια, ξεκινώντας την παράδοση τους από την παρισινή Κομμούνα, θα επανεμφανιστούν σαν μορφή αυτοδιαχείρησης της παραγωγής από τους εργάτες σε πολλά μέρη του κόσμου και μέσα σε καταστάσεις έντονου κοινωνικού αναβρασμού (Ουγγαρία, Ιταλία, Γαλλία). Ενώ τη συμβουλιακή μορφή οργάνωσης θα την οικειοποιηθούν και ομαδοποιήσεις ανθρώπων για διαφορετικού τύπου ζητήματα και μέσα σε διαφορετικές περιστάσεις. Η δομή της αντιιεραχικής συνέλευσης στον αντίποδα της κομματική ιεραρχίας, από το ’68 και μετά θα αποτελέσει την μοναδική ριζοσπαστική αντιπρόταση στο επίπεδο των διαδικασιών των δομών. Συνελεύσεις σε πανεπιστήμια, συνελεύσεις σε γειτονιές, συνελεύσεις ενοίκων, συνελεύσεις στο χώρο εργασίας, συνελεύσεις γυναικών. Η αποκέντρωση των διαδικασιών συνάδει με την ανάδειξη διαφορετικών μορφών καταπίεσης που δεν σχετίζονται απαραίτητα με την καπιταλιστική παραγωγή. Ανοίγουν ζητήματα τα οποία τα διαχειρίζονται ομαδοποιήσεις που αποκτούν πλέον συγκεκριμένα χαρακτηρίστηκα. ομάδες γυναικών, ομάδες ανέργων, ομάδες μεταναστών, ομάδες για την καταστολή και τις φυλακές, ομάδες για την διάδοση και υπεράσπιση των καταλήψεων είτε σπιτιών είτε των εργοστασίων, ομάδες κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτές όλες οι ομαδοποιήσεις ανεξάρτητα αν συνδέονταν κατά περίπτωση με οργανωτικά σχήματα που εμπεριείχαν σε ένα βαθμό την ιεραρχία (πχ. ιταλική αυτονομία) δημιουργούσαν το πεδίο ώστε άνθρωποι να μπορούν να συμμετέχουν και να νιώθουν υπεύθυνοι απέναντι στις δικές τους αποφάσεις. Άνθρωποι να μπορούν να νιώθουν ότι αποτελούν ενεργό κομμάτι του κόσμου που χτίζεται. Οι αυτοοργανωμένες διαδικασίες πολλές φορές ξεπήδησαν αυθόρμητα και ειδικά σε περιστάσεις που η κρατική εξουσία είτε δυσανασχετούσε προς κοινωνικά κομμάτια είτε κατέρρεε οργανωτικά (π.χ. λόγω πολέμων) και έτσι οι άνθρωποι έπαιρναν από μόνοι τους την πρωτοβουλία να οργανώσουν κοινωνικές δομές.

Παράλληλα φυσικά και σε άμεση συνήθως εξάρτηση με τις κοινωνικές δομές πάντα κινούνταν οι πολιτικές δομές. Δομές σκέψης, ανάλυσης και κριτικής πολιτικής παρέμβασης, δομές που προώθησαν τις κοινωνικές διεργασίες, δομές αντίστασης και πολεμικής. Δομές που ενοποίησαν τις αυθόρμητες κοινωνικές διεργασίες, πχ. την ταξική πάλη ή τα κινήματα απελευθέρωσης καταπιεσμένων κοινωνικών κομματιών, σε ένα όλον, βάζοντας ανοιχτά το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής. Στον αντίποδα των κομμάτων αυτές οι δομές ονομάστηκαν πολιτικές ομάδες.

Οι δομές ως μέσο και σκοπός ταυτόχρονα.

Σε αντίθεση με τις αριστερές ιεραρχικές οργανώσεις οι αναρχικοί έβαζαν πάντα μια παράμετρο στο ζήτημα της οργάνωσης της αντίστασης αρκετά ιδιαίτερη. «Δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε μέσα τα οποία αναιρούν το κοινωνικό μας πρόταγμα. Δεν μπορούμε να οργανωθούμε μέσα σε ιεραρχικά σχήματα από την στιγμή που προτάσσουμε σαν εναλλακτική θέσμιση τις αντιιεραρχικές διαδικασίες και την άμεση δημοκρατία». Οι συγκεντρωτικές δομές των κομμάτων δεν ήταν απλά ξένες στους αναρχικούς αλλά και εχθρικές. Το μοντέλο των αποκεντρωμένων συνομοσπονδιών αυτόνομων κοινοτήτων συγκρούονταν ριζικά με το μοντέλο του συγκεντρωτικού σοσιαλιστικού κράτους. Αυτό όμως είναι το ένα κομμάτι της αναρχικής θεώρησης που σχετίζεται με το πολιτικό πρόταγμα που ιστορικά φέρεται να εκφράζουν οι αναρχικοί.

Στο επίπεδο της οργάνωσης του αγώνα και της αντίστασης ενάντια στις κυρίαρχες δομές και θεσμίσεις, είτε καπιταλιστικές είτε γενικότερα εξουσιαστικές τα πράγματα γίνονται πιο πολύπλοκα, γιατί από το κομμάτι της αντιπρότασης και του παραδείγματος περνάμε στην αναγκαιότητα της δράσης και της πολεμικής. Οι αναρχικές ιδέες ιστορικά εκφράζονται συνήθως από τα πιο αποφασιστικά και ρηξικέλευστα κοινωνικά κομμάτια. Από ανθρώπους που χωρίς κανένα ιδιοτελές συμφέρον μάχονται για την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Στα πλαίσια του γενικού οράματος της αναρχικής ουτοπίας αναπτύχθηκαν ποικίλες μορφές αγώνα. Από τον αναρχοσυνδικαλισμό μέχρι τις ένοπλες αντιφασιστικές μιλίτσιες, από την οργάνωση αντιιεραρχικών ανοιχτών κινηματικών δομών μέχρι την ατομική αντιβία.

Ο τρόπος που σχετίζονται οι αυτοδιαχειριστικές αντιδομές (κολλεκτίβες στην παραγωγή, ελευθεριακά σχολεία, αμεσοδημοκρατίκές κοινοτικές δομές) με τις δομές αντίστασης είναι και η ουσία στο σύνολο της αναρχικής θεώρησης. Η βάση που δίνεται στην ατομικότητα, στην ελεύθερη βούληση και δημιουργικότητα, σε συνδυασμό με την κοινωνική ανάπτυξη και συνοχή, την αλληλεγγύη και την αμοιβαία αίσθηση ευθύνης είναι η βάση πάνω στην οποία θεσμίζεται ή επιχειρεί να θεσμιστεί η όποια οργανωτική δομή. Είτε αυτή είναι αντιπρόταση είτε δομή αντίστασης. Έτσι οι συνελεύσεις, οι αγωνιστικές πρωτοβουλίες, οι αναρχοσυνδικαλιστικές επιτροπές, τα συμβούλια, οι αντι-ιεραρχικές κοινότητες ή οι πολιτικές ομάδες αποτελούν εν δυνάμει ψηφίδες του κοινωνικού μετασχηματισμού. Μια διαδικασία αυτοπαίδευσης και αυτομόρφωσης. Μια διαδικασία που ο καθένας αλλάζει για να αλλάξει το σύνολο, και το σύνολο στηρίζει τον καθένα που επιθυμεί να αλλάξει ανεξάρτητα τελικά από την ιδιαιτερότητα, το περιεχόμενο και την λειτουργία της εκάστοτε συλλογικής δομής. Αυτό αποτελεί θεωρητικά μια πάγια κατάκτηση των αναρχικών. Θα μπορούσε, τέλος, να συμπυκνωθεί στο σύνθημα που κατά καιρούς γράφουμε στους τοίχους: «Είμαστε αυτό που κάνουμε για να αλλάξουμε αυτό που είμαστε».

Όπως αναφέρθηκε οι αναρχικοί ποτέ δεν έθεσαν το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας προς όφελος κάποιου άλλου υποκειμένου. Το ζήτημα της ανάληψης της εξουσίας διαχέονταν μέσα στο κοινωνικό σώμα. Στο επίπεδο της δημιουργίας κοινωνικών δομών αντιεξουσίας. Οπότε σε γενικές γραμμές δεν τέθηκε ποτέ το θέμα της άντλησης ατομικών ωφελειών από αναρχικούς αγωνιστές. Ακόμα και οι ηγετικές ιστορικές φυσιογνωμίες φαίνεται να προσανατολίζονται πάντα και να δίνουν τον εαυτό τους προς το «κοινό συμφέρον». Από φιλοσοφική σκοπιά, επίσης, το θέμα τον δομών δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί απλά σαν ένα εργαλειακό ζήτημα. Εάν θέλουμε τα μέσα να χαρακτηρίζουν τον σκοπό τότε πρέπει να τους προσδίδουμε μια άλλη διάσταση στο περιεχόμενό τους. Είναι απελευθερωτικά μέσα, που τα απαρτίζουν άνθρωποι και όχι απλά «εργαλεία αγώνα». Όταν αυτά τα μέσα αναγκάζονται να διαμεσολαβηθούν, τότε μόνο μπορούμε να μιλάμε για εργαλειακή τους χρήση. Όπως π.χ. η χρήση μέσων αντιβίας ή διάχυσης ιδεών και αντιπληροφορησης.

Το ερώτημα που πάντα παραμένει ανοιχτό, κρίνοντας τις σημερινές συνθήκες, είναι το εξής: ποιες είναι οι καταλληλότερες δομές τόσο αντίστασης όσο και αντιπρότασης στο επίπεδο των κοινωνικών θεσμίσεων; Και αν έχουν επιλεγεί κάποιες ποιος είναι ο τρόπος ώστε σε αυτές να δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχει όλο και περισσότερος κόσμος; Το ερώτημα δεν τίθεται ρητορικά και αυτό γιατί ακόμα δεν έχει απαντηθεί, τουλάχιστον από αυτούς που έχουν κάνει κάποιες επιλογές. Κι αν ακόμα έχει απαντηθεί από κάποιους δεν έχει καταφέρει να γίνει το αντικείμενο μιας ιδιαίτερης συζήτησης που θα έπρεπε να υφίσταται συνεχώς στους ριζοσπαστικούς χώρους. Συζήτησης που κάποια στιγμή πρέπει να φύγει από τα στεγανά και τους κύκλους του αντιεξουσιαστικού χώρου και να στραφεί προς την κοινωνία. Κάποτε υπογραμμίζαμε την αναγκαιότητα να δρομολογήσουμε διαδικασίες έμπνευσης όμως επιτέλους πρέπει να ξαναεφεύρουμε διαδικασίες αγώνα.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη