Καθεστώς εκτάκτου ανάγκης

Μια σύντομη ιστορική επισκόπηση του καθεστώτος εξαίρεσης Απόσπασμα από το βιβλίο του Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, «Το Καθεστώς της Εξαίρεσης»

από Giorgio Agamben μετάφραση Διονυσης + Αλικη

Έχουμε ήδη δει το πώς το καθεστώς πολιορκίας έχει τις ρίζες του στη Γαλλική Επανάσταση. Αφού εγκαθιδρύθηκε με το διάταγμα της Συντακτικής Συνέλευσης της 8 Ιουλίου 1791, απέκτησε τη πραγματική του φυσιογνωμία ως καθεστώς φανταστικής ή πολιτικής πολιορκίας με τον Διευθυντικό νόμο της 27ης Αυγούστου, 1797 και τελικά με το Ναπολεοντικό διάταγμα της 24ης Δεκεμβρίου, 1811. Η ιδέα της αναστολής ενός Συντάγματος (της ισχύος του Συντάγματος) εισήχθη όμως από το Σύνταγμα της 22ης Μπρυμαίρ του 8ου έτους. Το άρθρο 14 της Χάρτας του 1814 απένειμε στον κυρίαρχο την ισχύ να «εκδίδει τις ρυθμίσεις και τις εκτελεστικές διατάξεις τις απαραίτητες για την εφαρμογή των νόμων και την ασφάλεια του κράτους». Εξαιτίας της αοριστίας της προβλέψεως, ο Chateaubriand παρατήρησε πως «είναι δυνατόν μία ωραία πρωία, όλη η Χάρτα να έχει παρακαμφθεί για το καλό του άρθρου 14». Το καθεστώς πολιορκίας αναφέρθηκε με έμφαση στη Πρόσθετη Πράξη του Συντάγματος της 22ης Απρίλη, 1815, όπου αναφερόταν η δυνατότητα κήρυξης του αποκλειστικά με νόμο. Από τότε, οι συγκυρίες συνταγματικών κρίσεων στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ου στιγματίστηκαν από νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με το καθεστώς πολιορκίας. Μετά τη πτώση της Ιουλιανής Μοναρχίας, ένα διάταγμα της Συντακτικής Συνέλευσης της 24ης Ιουνίου, 1848, έθεσε το Παρίσι υπό καθεστώς πολιορκίας και ανέθεσε στο Στρατηγό Cavaignac το καθήκον της αποκατάστασης της τάξης στη πόλη. Έτσι, ένα άρθρο συμπεριλήφθηκε στο νέο Σύνταγμα της 4ης Νοεμβρίου του 1848, προβλέποντας ότι οι περιπτώσεις, οι μορφές και οι συνέπειες του καθεστώτος πολιορκίας θα καθορίζονταν αυστηρά από νόμο.

Από τη στιγμή αυτή και μετά, η κρατούσα αρχή στη Γαλλική παράδοση (αν και, όπως θα δούμε, όχι χωρίς εξαιρέσεις), ήταν ότι η εξουσία της αναστολής των νόμων πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στην ίδια αρχή που τους δημιουργεί, τουτέστιν, στο Κοινοβούλιο (σε αντίθεση με τη Γερμανική παράδοση που εμπιστεύθηκε αυτή την εξουσία στον αρχηγό του κράτους). Έτσι, ο νόμος της 9ης Αυγούστου 1849 (ο οποίος περιορίσθηκε μερικώς αργότερα από το νόμο της 4ης Απριλίου του 1878), προέβλεπε ότι το πολιτικό καθεστώς πολιορκίας θα μπορούσε να κηρυχθεί από το Κοινοβούλιο (ή ταυτόχρονα και από τον αρχηγό του Κράτους) σε περίπτωση άμεσου κινδύνου για την εσωτερική ή την εξωτερική ασφάλεια. Ο Ναπολέων ο τρίτος είχε καταφύγει πολλάκις σ’ αυτό το νόμο, και, μόλις απέκτησε την εξουσία, μετέφερε, με το Σύνταγμα του Ιανουαρίου του 1852, την αποκλειστική εξουσία κήρυξης καθεστώτος πολιορκίας στον Αρχηγό του Κράτους. Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος και η εξέγερση της Κομμούνας συνέπεσαν με μία χωρίς προηγούμενο γενίκευση του καθεστώτος εξαίρεσης, που ανακηρύχθηκε σε 40 διαμερίσματα και διήρκησε σε μερικά από αυτά μέχρι το 1876. Στη βάση αυτών των εμπειριών, και μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Mac Mahon το Μάιο του 1877, ο νόμος του 1849 τροποποιήθηκε ώστε να προβλέπει πως το καθεστώς πολιορκίας μπορούσε να κηρυχθεί μόνο με νόμο (ή, σε περίπτωση που η Σύνοδος των Αντιπροσώπων δεν συνεδρίαζε, από τον αρχηγό του Κράτους, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να συγκαλέσει τη Βουλή μέσα σε δύο μέρες) σε περίπτωση άμεσου κινδύνου από εξωτερική απειλή ή ένοπλη εξέγερση (νόμο 3ης Απριλίου 1878, αρ.1).

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος συνέπεσε με ένα μόνιμο καθεστώς εξαίρεσης στη πλειοψηφία των εμπόλεμων χωρών. Στις 2 Αυγούστου 1914, ο Πρόεδρος Poincarι εξέδωσε διάταγμα που κήρυττε ολόκληρη τη χώρα σε καθεστώς πολιορκίας , και το διάταγμα μετατράπηκε σε νόμο από το Κοινοβούλιο 2 μέρες αργότερα. Το καθεστώς πολιορκίας παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 12 Οκτωβρίου του 1919. Παρόλο που η δραστηριότητα του Κοινοβουλίου, που είχε ανασταλεί κατά τη διάρκεια των έξι πρώτων μηνών του πολέμου, ξανάρχισε το Γενάρη του 1915, πολλοί από τους νόμους που θεσπίστηκαν ήταν στη πραγματικότητα απλή και ξεκάθαρη μετάθεση νομοθετικής εξουσίας στην εκτελεστική, όπως ο νόμος της 10ης Φεβρουαρίου του 1918, ο οποίος απένειμε στη Κυβέρνηση τη σχεδόν απόλυτη εξουσία να ρυθμίζει με διάταγμα τη παραγωγή και εμπορία των τροφίμων. Όπως παρατήρησε και ο Tingsten, μ’ αυτό το τρόπο η εκτελεστική εξουσία μετατράπηκε σε ένα νομοθετικό όργανο με την υλική έννοια του όρου. Σε κάθε περίπτωση, ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που η εξαιρετική νομοθετική δράση μέσω εκτελεστικού διατάγματος (κάτι τελείως οικείο σε εμάς σήμερα) έγινε συνήθης πρακτική στις Ευρωπαϊκές Δημοκρατίες.

Όπως θα μπορούσε κανείς να προβλέψει, η επέκταση των εξουσιών της εκτελεστικής λειτουργίας στη νομοθετική σφαίρα συνεχίστηκε μετά το τέλος των εχθροπραξιών, με τη σημαντική παρατήρηση ότι το στρατιωτικό επείγον έχει τώρα δώσει τη θέση του στο οικονομικό (με μία έντονη σύγκλιση μεταξύ του πολέμου και των οικονομικών). Τον Ιανουάριο του 1924, σε μία περίοδο σοβαρής κρίσης που απειλούσε τη σταθερότητα του γαλλικού φράγκου, η Κυβέρνηση του Poincare απαίτησε απόλυτη εξουσία στα νομισματικά ζητήματα. Μετά από έντονη διαμάχη, κατά τη διάρκεια της οποίας η αντιπολίτευση επεσήμανε ότι είναι εξωφρενικό για το Κοινοβούλιο να απεκδύεται των δικών του Συνταγματικών εξουσιών, ο νόμος υπερψηφίστηκε στις 22 Μαρτίου, με μία 4μηνη προθεσμία για τις κυβερνητικές υπερεξουσίες. Ανάλογα μέτρα τέθηκαν προς ψήφιση το 1935 από τη Κυβέρνηση Laval, που εξέδωσε περισσότερα από 500 διατάγματα «έχοντα ισχύν νόμου» ώστε να αποφύγει την υποτίμηση του φράγκου.

Η αριστερή αντιπολίτευση, υπό την ηγεσία του Leon Blum, αντιπαρατέθηκε σθεναρά σ’ αυτή τη φασιστική πρακτική, αλλά είναι άξιο λόγου το ότι όταν η Αριστερά πήρε την εξουσία με το Λαϊκό Μέτωπο, ζήτησε από τη Βουλή τον Ιούνιο του 1937 απόλυτες εξουσίες προκειμένου να υποτιμήσει το φράγκο, να εγκαθιδρύσει συναλλαγματικό έλεγχο, και να επιβάλλει νέους νόμους. Όπως έχει παρατηρηθεί, αυτό σήμαινε ότι η νέα πρακτική νομοθετικής δράσης μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων, που είχε εγκαινιαστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, έγινε τώρα μία πρακτική αποδεκτή από όλες τις πολιτικές πλευρές. Στις 30 Ιουνίου του 1937 οι εξουσίες που είχαν αρνηθεί στον Blum, δόθηκαν στη κυβέρνηση Chautemps, όπου πολλά Υπουργεία είχαν δοθεί σε μή σοσιαλιστές. Και στις 10 Απριλίου του 1938, ο Edouard Daladier ζήτησε και απέκτησε από το Κοινοβούλιο υπερεξουσίες να νομοθετεί μέσω διαταγμάτων ώστε να αντιμετωπίσει τόσο τη Ναζιστική απειλή όσο και την οικονομική κρίση. Μπορεί έτσι να ειπωθεί ότι μέχρι το τέλος της Τρίτης Δημοκρατίας «οι συνήθεις διαδικασίες της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας ήταν σε καθεστώς αναστολής». Όταν μελετάμε τη γέννηση των διδακτορικών καθεστώτων στην Ιταλία και τη Γερμανία είναι σημαντικό να μη ξεχνάμε τη διαδικασία που μετέτρεψε τα δημοκρατικά Συντάγματα ανάμεσα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Κάτω από τη πίεση του μοντέλου του καθεστώτος εξαίρεσης, ολόκληρη η πολιτικό – συνταγματική ζωή των Δυτικών κοινωνικών ξεκίνησε σταδιακά να παίρνει μια νέα μορφή, η οποία ίσως μόνο σήμερα έχει φτάσει στην απόλυτη ανάπτυξή της. Το Δεκέμβριο του 1939, μετά το ξέσπασμα του πολέμου, η κυβέρνηση Daladier απέκτησε την εξουσία να παίρνει με διατάγματα όλα τα απαραίτητα μέτρα ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η άμυνα του έθνους. Το Κοινοβούλιο παρέμεινε σε συνεδρίαση (εκτός από όταν η λειτουργία του ανεστάλη για ένα μήνα ώστε να στερηθούν οι Κομουνιστές βουλευτές την ασυλία τους), αλλά όλη η νομοθετική δραστηριότητα βρισκόταν αυστηρά στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας. Την εποχή που ο Marshal Petain πήρε την εξουσία, το γαλλικό κοινοβούλιο ήταν μια σκιά του εαυτού του. Παρόλα αυτά, η Συνταγματική Πράξη της 11ης Ιουλίου του 1940, χάρισε στον αρχηγό του κράτους την εξουσία να κηρύττει καθεστώς πολιορκίας σε όλη την επικράτεια (που τότε ήταν εν μέρει υπό Γερμανική κατοχή).

Στο παρόν Σύνταγμα, το καθεστώς της εξαίρεσης ρυθμίζεται με το άρθρο 16, το οποίο ο De Gaulle είχε προτείνει. Το άρθρο προβλέπει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα «όταν οι θεσμοί της Δημοκρατίας, η ανεξαρτησία του έθνους, η ακεραιότητα της επικράτειάς του, ή η υλοποίηση των διεθνών δεσμεύσεών του βρίσκονται υπό σοβαρή και άμεση απειλή και όταν η συνήθης λειτουργία των Συνταγματικών Δημοσίων εξουσιών διακόπτεται». Τον Απρίλιο του 1961, κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Αλγερία, ο De Gaulle επικαλέστηκε το άρθρο 16 αν και η λειτουργία των δημοσίων εξουσιών δεν είχε διακοπεί. Μέχρι εκείνη την εποχή, δεν είχε γίνει επίκληση του άρθρου 16, αλλά σε συμμόρφωση με μία συνεχιζόμενη τάση σε όλες τις Δυτικές Δημοκρατίες, η κήρυξη του καθεστώτος εξαίρεσης σταδιακά αντικαταστάθηκε από μία χωρίς προηγούμενο γενίκευση του μοντέλου της ασφάλειας ως τη συνήθη τεχνική της κυβέρνησης.

Η Ιστορία του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την μεσοπολεμική ιστορία της Γερμανίας ώστε είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία χωρίς πρώτα να αναλύσουμε τη χρήση και τη κατάχρηση αυτού του άρθρου ανάμεσα στο 1919 και το 1933. Το ανάλογο άρθρο του Συντάγματος του Βίσμαρκ ήταν το άρθρο 68, το οποίο, σε περιπτώσεις όπου «η δημόσια ασφάλεια απειλούταν στην επικράτεια του Ράιχ», έδινε στον Αυτοκράτορα την εξουσία να κηρύττει καθεστώς πολέμου σε περιοχές του Ράιχ, και του οποίου οι όροι και οι περιορισμοί ακολουθούσαν αυτούς που είχαν τεθεί από τον Πρωσικό νόμο της 4ης Ιουνίου του 1851 σχετικά με το καθεστώς πολιορκίας. Ανάμεσα στο χάος και τις εξεγέρσεις που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου, οι αντιπρόσωποι της Εθνοσυνέλευσης που προοριζόταν να ψηφίσει το νέο Σύνταγμα (με τη βοήθεια νομικών μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο Hugo Preuss) συμπεριέλαβαν ένα άρθρο που απένεμε στον Πρόεδρο του Ράιχ ευρείες εξουσίες εκτάκτου ανάγκης. Το κείμενο του άρθρου 48 αναφέρει, «αν η ασφάλεια και η Δημόσια Τάξη διαταραχθούν ή απειληθούν σοβαρά στο Ράιχ, ο Πρόεδρος μπορεί να πάρει τα απαραίτητα μέτρα για να επαναφέρει την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, ακόμη και με τη βοήθεια των ενόπλων δυνάμεων. Για το σκοπό αυτό, μπορεί να αναστείλει συνολικά ή μερικά τα βασικά δικαιώματα που εγκαθιδρύονται στα άρθρα 114, 115, 117,118,123,124,153». Το άρθρο προσέθετε ότι νόμος θα συγκεκριμενοποιούσε με λεπτομέρειες του όρους και τους περιορισμούς υπό τους οποίους η προεδρική εξουσία θα μπορούσε να ασκηθεί. Καθώς ο νόμος αυτός δε θεσπίστηκε ποτέ, οι προεδρικές εξουσίες εκτάκτου ανάγκης παρέμειναν τόσο απροσδιόριστες ώστε όχι μόνο οι θεωρητικοί τακτικά χρησιμοποιούσαν τον όρο «Προεδρική Δικτατορία» σε αναφορά με το άρθρο 48, αλλά και το 1925 ο Schmitt μπορούσε να γράψει ότι «κανένα Σύνταγμα στη γη δεν είχε με τόση ευκολία νομιμοποιήσει ένα πραξικόπημα όπως το Σύνταγμα της Βαϊμάρης.

Με εξαίρεση μία σχετική παύση μεταξύ 1925 και 1929, οι Κυβερνήσεις της Δημοκρατίας, με αρχή του Broning, έκαναν συστηματική χρήση του άρθρου 48 κηρύσσοντας καθεστώς εξαίρεσης και εκδίδοντας διατάγματα εκτάκτου ανάγκης σε περισσότερες από 250 περιπτώσεις, ανάμεσα σε άλλα, το χρησιμοποίησαν για να φυλακίσουν χιλιάδες κομμουνιστές στρατιωτικούς και να στήσουν ειδικά δικαστήρια με εξουσία να απαγγέλλουν θανατικές ποινές. Σε διάφορες περιπτώσεις και ειδικότερα τον Οκτώβρη του 1923, η Κυβέρνηση κατέφυγε στο άρθρο 48 προκειμένου να αντιμετωπίσει τη πτώση του μάρκου, διαβεβαιώνοντας έτσι τη μοντέρνα τάση εξομοίωσης πολιτικοστρατιωτικών και οικονομικών κρίσεων.

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης περάσαν εξολοκλήρου υπό καθεστώς εξαίρεσης. Είναι λιγότερο εμφανές να σημειώσουμε ότι ο Χίτλερ θα μπορούσε πιθανότατα να μην είχε πάρει την εξουσία αν η χώρα δε βρισκόταν υπό καθεστώς προεδρικής δικτατορίας για τρία σχεδόν χρόνια και αν το Κοινοβούλιο λειτουργούσε. Τον Ιούλιο του 1930 η Κυβέρνηση Broning έγινε μειοψηφία, αλλά ο ίδιος δε παραιτήθηκε. Αντιθέτως, ο Πρόεδρος Hindenburg του έδωσε τη δυνατότητα να επικαλεστεί το άρθρο 48 και διέλυσε το Κοινοβούλιο. Από εκείνη τη στιγμή η Γερμανία εν τοις πράγμασι έπαψε να είναι κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Το Κοινοβούλιο συναντήθηκε μόνο 7 φορές για όχι περισσότερο από 12 μήνες συνολικά, καθώς μία ρευστή συμμαχία των Σοσιαλδημοκρατών και των Κεντρώων παρακολουθούσε μία Κυβέρνηση που λογοδοτούσε μόνο στο Πρόεδρο του Ράιχ. Το 1932, ο Hindenburg – επανεκλεγμένος πρόεδρος επί Χίτλερ και Tholmann – ανάγκασε το Broning να παραιτηθεί και διόρισε στη θέση του τον κεντρώο von Papen. Στις 4 Ιουνίου, το Κοινοβούλιο διαλύθηκε και δε ξανασυνεδρίασε μέχρι την άνοδο του Ναζισμού. Στις 20 Ιουλίου κηρύχθηκε στη Πρωσική επικράτεια, και ο Von Papen ονομάστηκε Απεσταλμένος του Ράιχ στη Πρωσία – παραμερίζοντας τη Σοσιαλδημοκρατική Κυβέρνηση του Otto Braun.

Το καθεστώς εξαίρεσης υπό το οποίο βρέθηκε η Γερμανία κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Hindenburg δικαιολογήθηκε από τον Schmitt σε ένα συνταγματικό επίπεδο με την ιδέα ότι ο Πρόεδρος έδρασε ως «φύλακας του Συντάγματος». Αλλά το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης επιδεικνύει ξεκάθαρα παρόλα όσα λέγονται, μία προστατευόμενη δημοκρατία δεν είναι καθόλου δημοκρατία, και ότι το μοντέλο της Συνταγματικής Δικτατορίας λειτουργεί αντίθετα σαν ένα μεταβατικό στάδιο το οποίο αναπόδραστα οδηγεί σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Με αυτά τα δεδομένα είναι κατανοητό το ότι το Σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας δεν έκανε αναφορά στο καθεστώς εξαίρεσης. Παρόλα αυτά , στις 24 Ιουνίου του 1968, η μεγάλη συμμαχία των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών πέρασε ένα νόμο για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ο οποίος επανεισήγαγε το καθεστώς εξαίρεσης (οριζόμενο ως καθεστώς εσωτερικής εκτάκτου ανάγκης). Παρόλα αυτά, με μία ανεπαίσθητη ειρωνεία, για πρώτη φορά στην Ιστορία του θεσμού, η ανακήρυξη καθεστώτος πολιορκίας μπορεί να γίνει όχι μόνο για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, αλλά και για την υπεράσπιση του «φιλελεύθερου δημοκρατικού Συντάγματος». Σε αυτό το σημείο, η προστατευόμενη δημοκρατία έγινε ο κανόνας.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη