Ο κυρίαρχος λόγος και ο λόγος της κυριαρχίας

από ακριδούλα

(και την ειωθυίαν αξίωσιν των
ονομάτων ες τα εργα αντήλλαξαν
τη δικαιώσει, Θουκ. 3, 82, 4
Η Παθολογία του Πολέμου

οι φίλοι μου μιλάνε σε συνθηματική γλώσσα, γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει, Κ. Γώγου)

Δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και παραίσθησης, έλεγε ο Λουίς Μπουνιουέλ. Είναι και οι δύο το ίδιο ρεαλιστικά και έντονα βιωμένες. Αν έτσι είναι τα πράγματα αυτό που βιώνουμε γύρω μας ως πραγματικό, ως δεδομένο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια ομαδική παράκρουση. Μεταφυσικό; Καθόλου. Οι άνθρωποι για χρόνια δέχονταν να εξοντώνονται άνθρωποι στην πυρά γιατί τους είχαν πει ότι είχαν μέσα τους το Σατανά. Και το σημαντικό δεν είναι ότι το ανέχονταν. Είναι ότι το υποστήριζαν κιόλας. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια κλασική επιβολή ή άσκηση εξουσίας. Έχουμε να κάνουμε με την άρθρωση από μεριάς της εξουσίας ενός λόγου αλλοτριωτικού τον οποίο τα υποκείμενα ενσωματώνουν στο φαντασιακό τους μαζί με τις ιδέες που επικοινωνεί.

Τώρα, όμως βρισκόμαστε στο 2005 και η άσκηση εξουσίας από μέρους της κυριαρχίας πάνω στη συνείδηση και τη συνειδητότητα των ανθρώπων έχει προχωρήσει αρκετά, βιάζοντας τις ίδιες τις έννοιες και τις σημασίες, διαστρέφοντας τα σημαινόμενα και διαμορφώνοντας μια παγκόσμια διάλεκτο που τελικά στοχεύει στην κυριολεκτική εμφύτευση στο μυαλό μας ενός παγκόσμιου ομοιόμορφου συστήματος αξιών και ιδεών που φυσικά θα αναπαράγει το μοντέλο ζωής που είναι για αυτήν τόσο κερδοφόρο.

Με λίγα λόγια, η διαδικασία της νοηματοδότησης, όταν η κοινωνία λειτουργεί με εξουσιαστικές και ιδιοκτητικές σχέσεις, γίνεται και αυτή μια εξουσιαστική και ιδιοκτητική σχέση, ανάμεσα σε αυτόν που ορίζει και ονομάζει και έχει την εξουσία να επιβάλλει τις σημασίες και τους ορισμούς του και σε αυτόν που αναγκάζεται να τις υιοθετήσει, αλλιώς καταδικάζεται σε αλαλία.

Και φυσικά, πίσω από τις λέξεις τους υπάρχουν κατασκευασμένα ολόκληρα ιδεολογήματα που αναλαμβάνουν να ενώσουν πλαστά και θεαματικά σε έναν ανύπαρκτο μέσο όρο, σε μια επίφαση κοινότητας κατακερματισμένες και ευνουχισμένες συνειδήσεις.

Λέξεις- ζωντανές διαφημίσεις της κοινωνικής τους ειρήνης, άδειες από κάθε άλλη σημασία εκτός από αυτήν που έχει η ίδια η κυριαρχία προσδώσει και που, φυσικά, χρησιμοποιούνται προκειμένου άλλοτε να δικαιώσουν ιδεολογικά καταστάσεις και ενέργειες, να κατευθύνουν επιλογές, άλλοτε να κάνουν αναγνωρίσιμα στα κατά τόπους αφεντικά καποια χαρακτηριστικά που είναι επικερδή για αυτά σε μια γλώσσα σχεδόν συνθηματική (και την οποία φυσικά εμείς οι υπόλοιποι αναλφάβητοι αδυνατούμε να πιάσουμε). Λέξεις που πάνω από όλα χρησιμοποιούνται προκειμένου να ελέγξουν τη δράση των ανθρώπων και τα όρια της, μια που, όπως είπε και ο Βιντγκενστάιν, «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Λέξεις όπως «ασφάλεια, ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, κοινωνία των πολιτών, ευελιξία, ειρήνη, επικοινωνία, δια βίου εκπαίδευση, απασχόληση, τρομοκρατία, γιορτή των πολιτισμών, πόλεμος των πολιτισμών, δημοκρατία, ελευθερία...»

Λέξεις- διάττοντες αστέρες που πριν από λίγα χρόνια μεσουρανούσαν αλλά τώρα εξέπεσαν, γιατί απλώς η τάξη την οποία διαφήμιζαν μετεξελλίχτηκε, μεταλλάχτηκε και μαζί της φυσικά και τα ιδεολογήματα που εν είδει marketing την έκαναν πιο εύπεπτη, πιο ελκυστική, τη δικαίωναν: αλήθεια πόσο συχνά πλέον ακούγονται λέξεις όπως «εκσυγχρονισμός, εθνική κυριαρχία»;

Παλιότερα οι πόλεμοι γίνονταν από «αγνούς πατριώτες» οι οποίοι ένιωθαν σα χρέος τους το να υπερασπιστούν την πατρίδα τους ενάντια σε άλλα έθνη- κράτη. Και τότε μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε πίσω από αυτές τις «συναισθηματικά φορτισμένες» έννοιες τον πόλεμο ως έκφραση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα κατά τόπους έθνη (-κράτη) και αφεντικά. Σήμερα, οι πόλεμοι (οι οποίοι σημειωτέον δεν ονοματίζονται καν ως τέτοιοι- η λέξη τείνει να μη χρησιμοποιείται και σίγουρα αυτό δεν είναι τυχαίο) ή καλύτερα οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις γίνονται από «σχεδόν ειρηνιστές επαγγελματίες στρατιώτες» με σκοπό την «απελευθέρωση, τον εκδημοκρατισμό και τη θεμελίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» σε καποιες περιοχές που απεγνωσμένα χρειάζονται το δυτικό κόσμο να τους επιβάλλει την ειρήνη, τον ανθρωπισμό και τις ιδεολογικές καταβολές του. Τώρα είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε πίσω από αυτές τις αμείλικτα επιθετικές έννοιες με το συναισθηματικό «all paper» περιτύλιγμα την προσπάθεια από μέρους της διεθνοποιημένης κυριαρχίας και των πλανητικών αφεντικών να ξεριζώσουν τις όποιες τοπικές κοινωνικές και πολιτικο- οικονομικές δομές, προκειμένου να επιβάλουν ενιαία το καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο και το αντίστοιχό του πολιτικό, τη δυτική αστ(υνομ)ική δημοκρατία, αλλά και το αντίστοιχο μοντέλο ζωής σε καθημερινό επίπεδο που κύριο χαρακτηριστικό του έχει την αλλοτροίωση του υποκειμένου, τον κατακερματισμό του και την ανασύνθεσή του γύρω από την έννοια του εμπορεύματος. Έτσι, έννοιες όπως «ανθρώπινα δικαιωματα», «ελευθερία» και «δημοκρατία» έρχονται ξανά στο προσκήνιο. Έννοιες που όμως έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο, αυτό που έχει διαμορφωθεί από την εκάστοτε εξουσία στην πορεία της αστικής δημοκρατίας από την εποχή της διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη στη γαλλική επανάσταση έως σήμερα. Έννοιες που πολύ προσεχτικά έχουν χρησιμοποιηθεί για να αποσπάσουν από την κοινωνία τη συναίνεσή της, να την υποδουλώσουν ιδεολογικά και ηθικά, καθώς με όλα αυτά τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, τις ανεξάρτητες αρχές επιτήρησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις ΜΚΟ και την ανεξάρτητη δικαστική αρχή ζήτημα καταπίεσης δεν μπορεί να τίθεται. Και όταν τίθεται αυτό περίτρανα αποδεικνύει τη δημοκρατικότητα, την ανοχή προς τη διαφορετική άποψη και το φιλελευθερισμό (με την διαφωτιστική του σημασία) του συστήματος. Αρκεί βέβαια η κριτική να μην αμφισβητεί τα «ιδεολογικά» minimum του ίδιου του συστήματος.

Γιατί όμως αυτές οι έννοιες της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας έρχονται και πάλι με τέτοια έμφαση στο προσκήνιο; Το ερώτημα σίγουρα απαιτεί μια πολύ συγκροτημένη εξέταση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της φάσης του καπιταλισμού που διανύουμε αλλά κάποιες υποψίες μπορούμε να καταθέσουμε εδώ. Τη στιγμή που περισσότερο απο κάθε άλλη φορά, στα πλαίσια του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», οι έννοιες αυτές έμπρακτα αμφισβητούνται από την εξουσία, τη στιγμή που τα κοινωνικά κινήματα- οι μόνοι αρμόδιοι για να δώσουν περιεχόμενο και νόημα σε αυτές τις λέξεις-υποχωρούν ή αναδιπλώνονται (εξαρτάται από το είδος της ανάλυσης που θα επιλέξει κάποιος), τη στιγμή αυτή χρησιμοποιούνται με έμφαση: τα ανθρώπινα δικαιώματα καταστρατηγούνται στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας ο οποίος διεξάγεται από αυτούς που δηλώνουν υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Εκτός από το πολύ προφανές, ότι δηλ. η αναφορά σε αυτές τις έννοιες γίνεται συσκοτιστικά και παραπλανητικά, επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι έννοιες αυτές έρχονται πάλι στο προσκήνιο τη στιγμή που το κράτος πρόνοιας (ή αλλιώς το «κοινωνικό» κράτος) συρρικνώνεται. Ένα νέο ιδεολογικό must εισάγεται: το δόγμα της «ασφάλειας» και της «πρόληψης». Μέσα στα πλαίσια αυτά οι παραπάνω έννοιες ορίζονται εκ νέου σε νέες βάσεις. Το «κοινωνικό συμβόλαιο» περιλαμβάνει τώρα και διατάξεις για την ασφάλειά μας και την πρόληψη των «απειλών». Σίγουρα ο όρος «επανίδρυση του κράτους» που χρησιμοποιήθηκε τόσο εκτεταμένα στις εκλογές στην Ελλάδα είναι αποκαλυπτικός εδώ. Έχει αναφορές στο «συμβόλαιο-αμοιβαία συμφωνία» που (υποτίθεται) ότι «υπέγραψαν» πολίτες και κράτος αλλά εισάγει ιδεολογικά και την αλλαγή από το κράτος πρόνοιας στο κράτος καταστολής.

Τα παραπάνω παραδείγματα φέρνουν στο μυαλό μας ένα χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κουλτούρας πολύ οικείο, το εφήμερο. Το εφήμερο των ιδεολογημάτων τα οποία αντλούν τις σημασίες τους και το συμβολικό τους περιεχόμενο από το θεσμικό πλαίσιο το οποίο υποστηρίζουν και έξω από αυτό είναι κενές νοήματος. Το εφήμερο των νοημάτων βρίσκεται στη βάση του θεάματος. Παράδειγμα, η «ασφάλεια» ως έννοια παρελαύνει από τους λόγους των πολιτικών, στα δελτία ειδήσεων, στις διαφημίσεις για ασφάλειες ζωής, καταναλωτικά δάνεια και αντικλεπτικά συστήματα. Η «πρόληψη»(εμφανιζόμενη ως ταυτόσημο του ελέγχου και της καταστολής) κάνει την εμφάνισή της σε διακηρύξεις στρατιωτικών, υπουργών δημόσιας τάξης, βιοτεχνολόγων, ακόμη και σε δηλώσεις διευθυντών σχολείων που επιβάλλουν προληπτικές ποινές σε μαθητές τους.

Στην κοινωνία, λοιπόν, του θεάματος και της αποξένωσης ο λόγος, ο οποίος αναπαράγεται από τα ΜΜΕ, από τους οριζόμενους ως πολιτικούς, από τους νομικούς, από τους «ειδικούς» κάθε γνωστικού-επιστημονικού τομέα και, στις μέρες μας, έχει φτάσει να δομείται (όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό, καθώς υπονοεί σχεδιασμούς για τη γλώσσα και αυτό από μόνο του προϋποθέτει μια απλουστευτική και, θεωρώ, λανθασμένη και συσκοτιστική ανάλυση της κοινωνίας, χωρισμένης σε αυτούς που σχεδιάζουν και σε αυτούς που δέχονται τους σχεδιασμούς ) από επικοινωνιολόγους, ψυχολόγους κτλ αποτελεί μια ακόμη διάσταση της ετερονομίας, του κοινωνικού ετεροκαθορισμού. Και όχι απλά μια διάσταση αλλά καταλήγει να γίνεται κυρίαρχος λόγος. Δηλαδή, λόγος ο οποίος, όπως ήδη είπαμε, εξοβελίζει από το (όποιο και όπως και να το ορίσουμε) συλλογικό συνειδητό και υποσυνείδητο κάθε άλλου είδους ανθρώπινο λόγο αλλά ακόμη φτάνει στο σημείο και να δομεί, ή τουλάχιστον να δομείται μεσω αυτού ένα (εν είδει) συλλογικό συνειδητό και να κατασκευάζει ιδεολογία. Αρκεί να σκεφτούμε πόσο εύγλωττο για τη θέση μας σε αυτόν τον κόσμο είναι το προσφιλές στον κόσμο της τηλεόρασης τρίπτυχο «ανώνυμοι ψηφοφόροι-καταναλωτές-τηλεθεατές» με το οποίο αναφέρονται σε εμάς, τα μέλη αυτής της κοινωνίας (για την ακρίβεια, είναι εξοργιστικά αποκαλυπτικό για τη λειτουργικότητα και τη χρηστικότητα μας σε αυτό το σύστημα αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα πολύ επιτυχημένο, εν είδη δαφημιστικού σλόγκαν, ιδεολογικό μανιφέστο του ίδιου του συστήματος). Αν δεχτούμε στον κάθε θεσμό τη λειτουργική και συμβολική του διάσταση, τότε ο λόγος αυτός, κατεξοχήν συμβολικός, καταφέρνει να συγκροτήσει ένα φαντασιακό, πολύ έντονα βιωμένο, σχετικά με το τί είναι πραγματικότητα και το τί θα μπορούσε να πάρει τη θέση της. Στο επιθυμικό επίπεδο (χώρος όπου κατεξοχήν απευθύνονται οι διαφημίσεις), όταν π.χ. έχουμε να κάνουμε με το εμπορικό σλόγκαν της TIM «είναι ωραίο να μη βάζεις όρια στις επιθυμίες σου», μπορούμε να διακρίνουμε ένα φάσμα συνδηλώσεων σχετικά με το τί νοείται (και τί θα μπορούσε να νοηθεί) ως επιθυμία και το σε τί συνίσταται να επιθυμείς ανευ ορίων. Τελικά, το ίδιο το σλόγκαν, αντιληπτό μέσα σ’ ένα ευρύτερο θεσμικό-συμβολικό πλαίσιο, μας βάζει όρια, διατεινόμενο ταυτόχρονα το ακριβώς αντίθετο. Και τα όρια αυτά μπαίνουν ακριβώς στο φαντασιακό μας, καταστέλλοντας ύπουλα την ίδια τη γένεση των επιθυμιών μας, καθιστώντας αδιανόητη μια άλλη πραγματικότητα, κάνοντας το ερώτημα «τί άλλο θα μπορούσε να υπάρχει;» να στέκει μετέωρο, όλο αμηχανία.

Η αποδόμηση του κυρίαρχου λόγου και η επανοικειοποίηση των εννοιών αναδεικνύει τις αντιφάσεις του συστήματος και, ταυτόχρονα, προϋποθέτει το συνδυασμό ενός ανταγωνιστικού επαναστατικού λόγου και πράξης, ικανού να αποαυτοματοποιήσει τη σκέψη μας και να διαλύσει τους συνειρμούς που επιβάλλει ο συνδυασμός λόγου και εικόνας στη σύγχρονη θεαματική κοινωνία.

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη