Για τη μιζέρια των φοιτητικών τίτλων

από Little John

Το πανεπιστήμιο ανέκαθεν υπήρξε ένα στάδιο της καπιταλιστικής παραγωγής. Της παραγωγής εμπορευμάτων – ανθρώπων, ικανών να διαχειριστούν ένα όλο και πιο πολύπλοκο γνωσιολογικά και τεχνολογικά σύστημα παραγωγής. Η γνώση που παράγεται μέσα στα πανεπιστήμια είναι χρήσιμη στο βαθμό που μπορεί να την καρπωθεί το κεφάλαιο. Όμως αυτή η γνώση δεν μπορεί να ειδωθεί σαν μια αυτόνομη εμπειρία που απευθύνεται μονάχα στους μελλοντικούς τεχνοκράτες, διαχειριστές, διευθυντές ή σε στελέχη επιχειρήσεων. Έτσι, κατά μία έννοια, η γνώση που παράγεται μέσα στα πανεπιστήμια είναι και συσσωρευμένη κοινωνική γνώση, που ναι μεν στοχεύει στην αναπαραγωγή της και την εξέλιξη της για τους σκοπούς του κεφαλαίου, αλλά από την άλλη αποτελεί και μια κοινωνική ιδιοποίηση. Αυτό το γεγονός το αντιλήφθηκε νωρίς το κεφάλαιο. Τι αντιλήφθηκε δηλαδή; Ότι η διανοητική δραστηριότητα που παράγεται μέσα στα πανεπιστήμια χρειάζεται ένα κοινωνικό διάλογο, χρειάζεται ένα κοινό στο οποίο θα δοκιμαστεί, θα υποστεί συλλογική επεξεργασία, θα δημιουργήσει σχέσεις.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και έπειτα από τις αλλαγές σε διεθνές επίπεδο και την σταθερότητα που απέκτησαν τα εμπόλεμα κράτη, το πανεπιστήμιο αναδιαρθρώνεται. Αναγκαιότητα που βασίζεται τόσο στις νέες τάσεις της οικονομίας, αυτές δηλαδή της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης, της μαζικής κατανάλωσης, των μέσων μαζικής επικοινωνίας, της διαχείρισης εταιρικών κολοσσών, όσο και στην αύξηση του τομέα των υπηρεσιών και αντίστοιχα της γραφειοκρατικής οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Το αρτηριοσκληρωτικό πανεπιστήμιο, αυτό όπου μόνο οι γόνοι των αστών είχαν πρόσβαση, και προορίζονταν για τα κλασικά αστικά επαγγέλματα μέσα από ένα αυστηρό ιδεολογικά και οργανωτικά εκπαιδευτικό σύστημα, δίνει την θέση του σε ένα αναγκαστικά πιο κοινωνικό πανεπιστήμιο. Το πανεπιστήμιο γίνεται προσβάσημο σε περισσότερο κόσμο. Τα παιδιά μιας εξουθενωμένης εργατικής τάξης αποκτούν πλέον το δικαίωμα πρόσβασης σε μια πιο αναβαθμισμένη κάστα και τα «όνειρα» μιας πιο ευκατάστατης και ασφαλούς ζωής μοιάζουν να μονοπωλούν στο οικογενειακό περιβάλλον.

Το πανεπιστήμιο λοιπόν μετατρέπεται σε ένα κοινωνικό χώρο, στο βαθμό που η κοινωνία αντικατοπτρίζεται μέσα σε αυτό. Παιδιά όλων των τάξεων θα βρεθούν μέσα του. Την δεκαετία του ’60, όμως, η «νεολαία» που προορίζεται για εργασία με πτυχίο μοιάζει να μην ενοποιείται απαραίτητα γύρω από αυτό τον σκοπό. Η ταξική καταγωγή πολλών φοιτητών μοιάζει να μην διαχωρίζεται από την ταξική κληρονομιά της, αυτή των διεκδικητικών και ενίοτε ανατρεπτικών αγώνων. Μέσα στο πανεπιστήμιο αρχίζουν να διαυγάζονται συμφέροντα, να δημιουργούνται ρήξεις, να απελευθερώνονται χώροι σκέψης και κριτικής. Στην ουσία το πανεπιστήμιο γίνεται ένας κοινωνικός συσσωρευτής και μετασχηματιστής. Η κοινωνική εμπειρία περνάει μέσα στο πανεπιστήμιο, που έγινε κοινωνικό, με σκοπό την διαχείριση της. Όμως αυτή η κοινωνική συνδιαλλαγή δεν είναι μονόροπη. Και αυτό αποκαλύφθηκε μέσα από τις εκρήξεις των δεκαετιών ’60 με ’70. Η επιλογή κομματιού των φοιτητών να απορρίψουν τον ρόλο που τους προσδίδεται και κατ’ επέκταση να ορίσουν ένα πεδίο διανόησης που στοχεύει στον κοινωνικό μετασχηματισμό προς μια επαναστατική κατεύθυνση είναι ένα γεγονός στον αντίποδα του οποίου στέκει ένα άλλο γεγονός ο «εκδημοκρατισμός» του πανεπιστήμιου.

Το πανεπιστήμιο «εκδημοκρατίστηκε» μετά από κοινωνικούς αγώνες. Αγώνες που έλαβαν χώρα σε όλο το δυτικό -και όχι μόνο- κόσμο, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Αγώνες που εν μέρει έθεσαν σαν κεντρικό, μέσα από το πρίσμα της αναδιάρθρωσης του πανεπιστημίου και της παραγωγικής διαδικασίας, την συνολική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Η φιγούρα του φοιτητή που αρνείται την κοινωνική του αποστολή, αρνείται τα «προνόμια» που του δίνονται μέσα από την πανεπιστημιακή μόρφωση και την αντίστοιχη θέση στην κοινωνική ιεραρχία και ενώνεται με τους αγώνες της εργατικής τάξης, έχει πια περάσει. Και οποιαδήποτε προσομοιώση αυτής της φιγούρας, σήμερα, είναι μάλλον ανεδαφική και γραφική.

Τις μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιέυθυνσης που αναπτύχθηκαν μέσα στο πανεπιστήμιο κατά την διάρκεια αυτών των αγώνων το σύστημα θα τις αποδεχτεί βγάζοντας φυσικά από μέσα όποιο περιεχόμενο λόγου και ουσίας αυτές είχαν. Κατ’ επέκταση, όπως το κράτος επιλέγει το δημοκρατικό πολίτευμα για να τιθασεύσει τα άκρα και να επιτύχει την κοινωνική ειρήνη μέσα από τον δημοκρατικό διάλογο των φορέων εκπροσώπησης του λαού ή των τάξεων, έτσι η δημοκρατική διαχείριση γίνεται αποδεκτή στο βαθμό που κάθε κάστα συμφερόντων θα έχει την εκπροσώπηση της στα όργανα συνδιαχείρησης του πανεπιστημίου. Και εκεί τα πράγματα ξεκαθαρίζουν.

Σε αυτό το τοπίο οι αγώνες από τα αριστερά αντικατοπτρίζουν τους αγώνες της αριστεράς στα πλαίσια της δημοκρατίας. Ενώ οι ριζοσπαστικοί χώροι θα μπούνε σε έναν αγώνα επιβίωσης, αφού τα επαναστατικά προτάγματα τους δεν φαίνεται να πείθουν αυτούς που τελικά αποδέχτηκαν το ρόλο τους και χάρισαν απλόχερα την γνώση τους για την αποσυμπίεσή των κρίσεων του συστήματος. Ισχυρότερα όπλα του εχθρού όπως αυτό της καταναλωτικής κουλτούρας και της μοριοποίησης του ελέγχου δεν έχουν τις αντίστοιχες απαντήσεις. Η διανόηση θα συνεχίσει να ανακυκλώνεται σε ένα πεδίο το οποίο την έχει ξεπεράσει – για να μην πούμε αφομοιώσει - γιατί απλούστατα τα μέσα ελέγχου και πειθάρχησης του πληθυσμού έχουν πια αλλάξει και μαζί και η διαδικασία αναπαραγωγής της κοινωνικής γνώσης. Ποια είναι η απάντηση στο ότι το εμπόρευμα αφομοίωσε την μνήμη και την μετέστρεψε σε lifestyle μπλουζάκια και tredy εξώφυλλα αριστεριζόντων περιοδικών; Τι κάνει ποιο γοητευτικό τον καπιταλισμό από την επανάσταση;

Η καταναλωτική έκρηξη συμβαδίζει με την ανάπτυξη ενός νέου τομέα της οικονομίας. Αυτού της «βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου». Της παραγωγής δηλαδή εμπορευμάτων πολιτισμού, ψυχαγωγίας, προτύπων και στυλ ζωής, χαλάρωσης ή σύσφιξης… Οι νέες υποκειμενικότητες και οι ελευθερίες που κατέκτησαν για τον εαυτό τους μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες προηγουμένων δεκαετιών μοιάζουν να μην έχουν ανεπτυγμένα αντανακλαστικά. Το θέαμα καραδοκεί για να αφομοιώσει ό,τι κινούμενο υπαρξιακά και αυθόρμητα αναζητάει, μέσα στην μιζέρια της εργασίας αλλά και στα οράματα μιας επαναστατικής αλλαγής, συνεκτικά νοήματα. Η κατανάλωση αποτελεί ένα ισχυρό ψευτοσυλλογικό όραμα. Διασπά σε ατομικότητες αλλά ενοποιεί σε εμπειρίες. Πατώντας πάνω στο επιχείρημα της βελτίωσης των συνθηκών ζωής, οι νέες μορφές κατανάλωσης προσπαθούν να επουλώσουν τα «τραύματα» από μια εργασία που καταντάει όλο και πιο ανούσια και όλο και πιο μίζερη.

Η εμπειρία των αγώνων «άρνησης της εργασίας» αλλά και αυτών που έβαζαν στο επίκεντρο την ατομική απελευθέρωση μέσα από το πρίσμα του φύλου ή της σεξουαλικότητας θα φανεί χρήσιμη και στις εταιρίες που ανέλαβαν να διαφημίζουν τα νέα μοντέλα ζωής. Εξάλλου πολλοί ήταν αυτοί που άλλαξαν στρατόπεδο, βάζοντας αυτοβούλως την «ελεύθερη δημιουργικότητά» τους στον τομέα της παραγωγής. Η χρήση των μέσων επικοινωνίας διευρύνεται ραγδαία, η τηλεόραση «εκδημοκρατίζεται» με την σειρά της και από παντού έρχονται δώρα – τζάμπα αποχαύνωση – με κάθε προϊόν αποχαύνωσης. Τηλεπαιχνίδια, εφημερίδες και περιοδικά, πίτσες, κουπόνια, διαγωνισμοί. Το παιχνίδι της διαμόρφωσης συνειδήσεων, σκέψης και γνώσης, μεταφέρεται ξανά σε ένα πεδίο που ποτέ δεν εγκατέλειψε, την καθημερινή ζωή, όχι μόνο των φοιτητών αλλά όλης της κοινωνίας.

Η βιομηχανία του «ελεύθερου χρόνου» απευθύνεται καταρχήν σε αυτούς που έχουν χρόνο να διαθέσουν. Απευθύνεται σε εργάτες του 8ωρου που έχουν «κενές» άλλες 8 ώρες, απευθύνεται σε νοικοκυρές που στα διαλείμματα μεταξύ των οικιακών εργασιών μπορούν να ασχοληθούν και λίγο με τον εαυτό τους αλλά κυρίως απευθύνεται σε νέους που έχουν πετύχει διεύρυνση του χρόνου και του χώρου ελευθερίας τους, νέους εργάτες αρνητές της πολύωρης απασχόλησης και φοιτητές. Φοιτητές που το σύστημα, μέσω της οικονομικής εξασφάλισης επί μορφής οικογενειακού εισοδήματος, τους παρέχει τον απαραίτητο απλήρωτο φυσικά χρόνο για παραγωγή γνώσης και διανόησης. Αν το επίκεντρο κάποτε ήταν ο έλεγχος της εργατικής δραστηριότητας ορισμένης στον χώρο εργασίας τώρα το επίκεντρο τείνει να γίνει ο έλεγχος της «ελεύθερης» δραστηριότητας. Το πεδίο εδώ είναι πλέον και χωρικά και χρονικά αόριστο. Ορίζεται γύρω από τάσεις και στυλ ζωής, γύρω από προτιμήσεις και επιθυμίες, γύρω από χώρους κατανάλωσης, γύρω από μηνύματα φόβου και ανασφάλειας, εν ολίγοις γύρω από τον εαυτό του και εστιασμένο προς το ίδιο.

Όμως ο παραπάνω νεωτερισμός δεν μπορεί να ειδωθεί ξέχωρα από τον ίδιο τον μετασχηματισμό της εργασίας στον δυτικό κόσμο. Αν κάποτε η εργατική τάξη σχηματοποιούνταν σαν το σύνολο των βιομηχανικών ανειδίκευτων εργατών και των εργαζομένων σε υπηρεσίες ή στον ιδιωτικό τομέα τώρα τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Τα εργοστάσια μεταναστεύουν, οι υπηρεσίες αυξάνονται, δημιουργούνται θέσεις εργασίας σε τομείς όχι παραγωγικούς αλλά αναπαραγωγικούς, που σκοπό έχουν να συντηρήσουν τις κοινωνικές σχέσεις και να παράγουν νοήματα, παρά να παράγουν προϊόντα επιβίωσης. Εξάλλου η σκληρή πραγματικότητα των εργοστασίων και της πρωτογενούς παραγωγής μεταφέρθηκε στον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Το σύστημα υπηρεσιών διογκώνεται στο βαθμό που νέες ανάγκες πρέπει να καλυφτούν. Σε αυτό το τοπίο δημιουργείται η αναγκαιότητα της ευελιξίας. Το σύστημα θέλει να διαχειρίζεται αυτοβούλως το ζήτημα της εργασίας, προωθεί την ελαστικότητα, τις αορίστου χρόνου συμβάσεις, απολύει και προσλαμβάνει εργαζομένους σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες του, διαχειρίζεται την ανεργία με προσωρινά επιδόματα κτλ.

Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου σε αυτή την πραγματικότητα; Μιλήσαμε πρωτύτερα για παραγωγή κοινωνικής γνώσης. Βλέπουμε πλέον πως ένα μεγάλο ποσοστό κόσμου που εισέρχεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν απορροφάται στους αντιστοίχους τομείς εργασίας. Και αυτό γιατί από την μία πολλά επαγγέλματα είναι πλέον άχρηστα για το σύστημα, δεν επιφέρουν απόδοση σε επίπεδο υπεραξίας και από την άλλη γιατί πλέον οι νέες θέσεις στις υπηρεσίες δεν χρειάζονται εξειδικευμένες γνώσεις. Οπότε και ο ανταγωνισμός οξύνεται ραγδαία, ανταγωνισμός όμως, που δεν έχει πια σχέση με βαθμούς και εξετάσεις, αλλά με μια προσπάθεια αυτοεπένδυσης και ατομικής καταξίωσης που τελικά είναι μάλλον ο μόνος δρόμος για μια «εξασφαλισμένη σταδιοδρομία». Οπότε και το πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε κυνοδρόμειο. Όμως, δεν συμβαίνει μόνο αυτό. Η ελευθεριότητα που κατακτήθηκε στο παρελθόν, η «κοινωνικότητα» του πανεπιστημίου του δίνει το προβάδισμα σε σχέση με ο υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Αν κάτι μπορεί εφαρμοστεί και να γίνει αποδεκτό, μέσα σε ένα χώρο όπου ο καθένας παλεύει για την ατομική του καταξίωση μέσα σε ένα αρκετά ελεύθερο περιβάλλον, οπου υπάρχει ελεύθερος χρόνος στον οποίο ως επί το πλείστον δοκιμάζονται όλες τις καινοτομίες της βιομηχανίας του «ελεύθερου χρόνου», τότε γιατί όχι και στην υπόλοιπη κοινωνία.

Απλήρωτη εργασία, ατομική πρωτοβουλία για την κοινωνική καταξίωση όπου όλο το οπλοστάσιο προτύπων και συμπεριφορών έρχεται να δοκιμαστεί από τους ανερχόμενους καριερίστες, ομαδική εργασία και συλλογικό πνεύμα, αντιστοιχία μαθημάτων σε μονάδες κατάρτισης (extra μαθήματα συγκαταλογίζονται σε bonus), αυτοοργάνωση και ατομική πρωτοβουλία στον τρόπο δουλειάς και στην επιλογή των μέσων, ανταγωνιστικότητα, πτυχίο ως προϋπόθεση όχι εργασίας αλλά συνέχισης των σπουδών, ημιαπασχόληση σε ειδικές θέσεις για φοιτητές και παράλληλη συνέχιση των σπουδών και πάει λέγοντας. Νέοι όροι όπως δια βίου εκπαίδευση έρχονται να επιβεβαιώσουν τον ρόλο της συνεχούς κατάρτισης σε σχέση με την μορφή και το περιεχόμενο της εργασίας. Αυτό το παράδειγμα μπορεί εδώ να εφαρμοστεί σχεδόν σε πλήρη εφαρμογή παράγοντας μια αντίστοιχη κοινωνική εμπειρία.

Και αν στα πανεπιστήμια βιώνουμε ένα πείραμα, σε κοινωνικό επίπεδο βιώνουμε την οργάνωση ενός περάσματος το οποίο θα το οικοδομήσουν οι φοιτητές του σήμερα – οι πρώτοι γνωσιακοί φορείς αυτού του μοντέλου. Για αυτό οι επιχειρήσεις επενδύουν σε συγκεκριμένες σχολές, όχι προς αναζήτηση διανοητικού δυναμικού αλλά συσσωρευμένης εμπειρίας με την μορφή βιώματος. Ατόμων που θα πουν ναι σε κάθε πρόκληση… Το πανεπιστήμιο αποτελεί πλέον εργαστήρι παραγωγής κοινωνικής εμπειρίας που εξυπηρετεί ουσιαστικά την παραγωγή και την αφομοίωση μορφών συνδιαχέιρησης του συστήματος και ευελιξίας της εργασίας, την μαζική εξέταση και δοκιμή συμπεριφορών και αντανακλαστικών. Το ζήτημα δεν είναι οι εξετάσεις ή τα πτυχία αλλά η εμπέδωση της ελευθεριότητας μέσα σε ένα πλούσιο σε προστακτικά μηνύματα πλαίσιο. Τελικά στόχος είναι η παραγωγή για άλλη μια φορά κοινωνικά άχρηστων γνώσεων και συμπεριφορών αλλά χρήσιμων για τις σφυγμομετρήσεις των εταιριών και τις θέσεις των «χαρούμενων στελεχών της επιχείρησης – οικογένειας».

Ο δια βίου εκπαιδευόμενος, είναι ο δια βίου εργαζόμενος. Το ωράριο του φοιτητή μοιάζει με το ωράριο του «ελεύθερου» απασχολήσιμου, ή καλύτερα του πλήρους υπαγόμενου στην εργασιακή εκμετάλλευση. Αυτού που όλη του η ζωή εργάζεται.

Όλη αυτή η κοινωνική διεργασία που έχει εξαφανίσει κάθε τι συλλογικό, κάθε μνήμη και κάθε ελπίδα για κοινωνική αλλαγή, παράγει μια κοινή εμπειρία που οι σφυγμομετρήσεις την επεξεργάζονται. Παράγει την νέα κοινωνική γνώση – απόλυτα αλλοτριωμένη και διαχωρισμένη σε ατομικότητες – όμως, πανομοιότυπη με αυτή που παράγεται αυτή την στιγμή μέσα στα πανεπιστήμια. Και αυτή η γνώση είναι συνολική, γιατί δεν έχει να κάνει με μοντέλα σκέψης, αλλά με μοντέλα ζωής. Αυτή η κοινωνική εμπειρία χρειάζεται να εμπλουτιστεί με τις αρνήσεις της τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, χρειάζεται να αποκαλυφθεί μέσα από συνεκτικά σχήματα, ώστε να δοθούν και οι κατάλληλες απαντήσεις.

Στήριγμα αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί να μην αποτελεί και το περιεχόμενο της, η ιδεολογική κατεύθυνση των γνωσιολογικών περιοχών. Αλλά αυτό τείνει να γίνει, τουλάχιστον στις μέρες μας, δευτερεύον, αφού ελάχιστοι είναι πλέον αυτοί που επεξεργάζονται τις κατευθύνεις με βάσει φιλοσοφικά, ηθικολογικά, ή κοινωνιολογικά σχήματα. Στον τομέα αυτόν υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη τυποποίηση και επανάληψη ιδεολογικών γραμμών, ενσωματωμένων πια στην διαδικασία, που η ανάδειξή τους αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής ανάλυσης.

Τελειώνοντας, θα θέσουμε το ερώτημα, γιατί αναφέρουμε όλα τα παραπάνω, πού αποσκοπεί αυτή η προσπάθεια ερμηνείας; Μάλλον, αποτελεί μια παρότρυνση να θέσουμε σε κίνηση συλλογικούς μηχανισμούς κριτικής, μέσα στα πανεπιστήμια. Από όσους βρισκόμαστε εκεί. Θα υπάρξει συνέχεια…

episfaleia
#4 Επισφάλεια;
(σε PDF)

Sergio
#3 Μια νύχτα με τον Sergio στη Ρώμη
(σε PDF)

Feminismos
#2 Ο εργατίστικος φεμινισμός στην Ιταλία του '70
(σε PDF)

Energeia
#1 Κατανονωντας το ενεργειακό ζήτημα
(σε PDF)

Metanstasteush
#3 Η μετανάστευση και οι αγώνες της
(σε PDF)

Metanstasteush
#2 Από τον ιταλικό Εργατισμό (Operaismo) στον «Αυτόνομο Μαρξισμό»
(σε PDF)

Metanstasteush
#1 Τα θέλουμε όλα!
(σε PDF)

Η συνέλευση της συντακτικής ομάδας του Black Out συναντιέται κάθε τετάρτη στην κατάληψη φάμπρικα Υφανέτ Ομήρου & Περδίκα (Κάτω Τούμπα) Θεσσαλονίκη